ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

Μόλις πέρασε το μισάωρο, συνειδητοποίησε ότι δε θα ξανάβλεπε ποτέ πια την κόρη του. Η μικρή είχε ανοίξει την πόρτα, είχε ρίξει για λίγο το βλέμμα της πάνω του και μετά είχε μπει στο γραφείο του γιατρού. Όμως, η Γιοζεφίν, η μικρή δωδεκάχρονη κόρη του, δε θα ξανάβγαινε ποτέ πια από εκείνη την πόρτα. Δε θα του ξαναχαμογελούσε όπως όταν την έβαζε στο κρεβάτι. Ο Βίκτορ δε θα ξανάσβηνε το χρωματιστό φωτιστικό μόλις εκείνη παραδινόταν στον ύπνο. Και δε θα ξυπνούσε ποτέ ξανά μέσα στην άγρια νύχτα από τις τρομαγμένες κραυγές της.

Αυτή η βεβαιότητα τον χτύπησε με την ξαφνική μανία ενός τυφώνα.

Σηκώθηκε, αλλά θα προτιμούσε να μείνει καθιστός στην ξεχαρβαλωμένη πλαστική καρέκλα. Δε θα εκπλησσόταν αν του λύνονταν τα γόνατα? αν σωριαζόταν στο φθαρμένο παρκέ της αίθουσας αναμονής, ακριβώς ανάμεσα στην παχουλή νοικοκυρά με την ψωρίαση και στο τραπεζάκι με τα περιοδικά. Όμως, δεν του παραχωρήθηκε η χάρη της αναισθησίας. Έμεινε διαυγής.

 

Οι ασθενείς δεν εξετάζονται

με χρονική προτεραιότητα

αλλά με το επείγον του περιστατικού τους

 

Η πινακίδα που κρεμόταν στην επενδυμένη με άσπρο δέρμα πόρτα του ιατρείου τού αλλεργιολόγου θόλωσε στα μάτια του.

Ο δόκτωρ Γκρόλκε ήταν οικογενειακός φίλος? και ο γιατρός υπ’ αριθμόν είκοσι δύο. Ο Βίκτορ Λάρεντς είχε συντάξει έναν κατάλογο. Οι είκοσι ένας προηγούμενοι γιατροί δεν είχαν καταφέρει να βρουν τίποτα. Απολύτως τίποτα.

Ο πρώτος, ένας γιατρός στα επείγοντα περιστατικά, είχε πάει στη βίλα της οικογένειας στο Σβάνενβερντερ τη μέρα του Αγίου Στεφάνου. Ακριβώς πριν από έντεκα μήνες. Στην αρχή όλοι πίστευαν ότι η Γιοζεφίν είχε κολικό μετά την τεράστια ποσότητα φοντί που είχε καταβροχθίσει για βραδινό. Στη διάρκεια της νύχτας είχε κάνει αρκετές φορές εμετό και στη συνέχεια της ήρθε διάρροια. Η Ιζαμπέλ, η γυναίκα του, είχε ενημερώσει τα επείγοντα περιστατικά της ιδιωτικής κλινικής, κι ο Βίκτορ είχε μεταφέρει στο σαλόνι τη Γιόζι, ντυμένη με το απαλό νυχτικό της από μπατίστα. Ακόμα και σήμερα, όταν την έφερνε στη θύμησή του, μπορούσε να αισθανθεί τα λεπτά χέρια της κόρης του . Το ένα έπιανε το λαιμό του ψάχνοντας για βοήθεια, το άλλο έσφιγγε το αγαπημένο της βελούδινο κουκλάκι, τον μπλε γάτο Νεπομούκ. Κάτω από το αυστηρό βλέμμα των γονιών, ο γιατρός είχε ακούσει με το στηθοσκόπιο το αδύναμο στήθος της μικρής, της είχε χορηγήσει φυσιολογικό ορό και της είχε συνταγογραφήσει ένα ομοιοπαθητικό φάρμακο.

“Είναι μια ελαφριά λοίμωξη του γαστρεντερικού. Σέρνεται πολύ στην πόλη. Δεν είναι τίποτα το ανησυχητικό! Όλα θα πάνε καλά”, ήταν τα λόγια με τα οποία τους είχε αποχαιρετήσει εκείνο το βράδυ. Όλα θα πάνε καλά. Ο γιατρός είχε πει ψέματα.

 

Ο Βίκτορ στεκόταν ακριβώς μπροστά στο γραφείο του δόκτορα Γκρόλκε. Όταν προσπάθησε να ανοίξει τη βαριά πόρτα, δεν κατάφερε ούτε το πόμολο να γυρίσει προς τα κάτω. Αρχικά σκέφτηκε ότι η ένταση των τελευταίων ωρών του είχε αποστερήσει όλες τις δυνάμεις. Στη συνέχεια συνειδητοποίησε ότι η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Κάποιος είχε γυρίσει το κλειδί από μέσα.

Τι συμβαίνει;

Στράφηκε ξαφνικά και είχε την αίσθηση ότι ο κόσμος γύρω του γύριζε σα σε βουβή ταινία. Κάθε κομμάτι της πραγματικότητας έφτανε στο μυαλό του τμηματικά και αργά? τα ιρλανδικά τοπία στους πίνακες, το σκονισμένο φυτό στην κόγχη του παραθύρου, η γυναίκα με την ψωρίαση. Ο Λάρεντς τράνταξε την πόρτα για μια τελευταία φορά, και μετά σύρθηκε προς την έξοδο. Ο διάδρομος εξακολουθούσε να είναι γεμάτος κόσμο. Λες και ο Γκρόλκε ήταν ο μοναδικός γιατρός στο Βερολίνο.

Ο Βίκτορ κατευθύνθηκε αργά προς τη γραμματεία. Ένας έφηβος με εμφανή προβλήματα ακμής ζητούσε μια συνταγή, αλλά ο Λάρεντς τον παραμέρισε απότομα και απευθύνθηκε στη γραμματέα. Ήξερε τη Μαρία από τις προηγούμενες επισκέψεις. Όταν, όμως, είχε μπει στο γραφείο του γιατρού με τη Γιόζι, μισή ώρα νωρίτερα, εκείνη δε βρισκόταν στη θέση της. Αυτή τη φορά ήταν τυχερός, αφού ο αντικαταστάτης της βρισκόταν σε διάλειμμα ή κάπου αλλού. Η Μαρία κόντευε να κλείσει τα είκοσι και η σωματώδης όψη της θύμιζε τερματοφύλακα. Είχε κι εκείνη μια μικρή κόρη? θα τον βοηθούσε χωρίς αμφιβολία.

«Πρέπει να πάω μέσα», είπε με φωνή απρόσμενα δυνατή.

«Α, καλημέρα, κύριε Λάρεντς, χαρά μου που σας ξαναβλέπω». Η Μαρία αναγνώρισε αμέσως τον ψυχίατρο. Απουσίαζε αρκετό καιρό από το γραφείο, αλλά τον έβλεπε συχνά στην τηλεόραση και τα περιοδικά. Το όμορφο παρουσιαστικό του, η ηρεμία και η απλότητα με τις οποίες μπορούσε να εξηγεί στους μη ειδικούς ακόμα και τα πιο σύνθετα ψυχολογικά προβλήματα, τον καθιστούσαν ιδανικό καλεσμένο στα τοκ-σόου. Σήμερα, όμως, ούτε απλός ήταν ούτε ήρεμος.

«Πρέπει να πάω αμέσως στην κόρη μου!»

Ο νεαρός που είχε απωθηθεί πριν από λίγο, κατάλαβε ενστικτωδώς ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ αυτόν τον άνθρωπο κι έκανε ένα βήμα πίσω. Και η Μαρία ήταν ανήσυχη και μπερδεμένη, αλλά παρέμενε γαντζωμένη στο τυποποιημένο χαμόγελό της.

«Δυστυχώς, δεν καταλαβαίνω για ποιο πράγμα μιλάτε, κύριε Λάρεντς», είπε, φέρνοντας το χέρι στο αριστερό φρύδι, όπου συνήθιζε να έχει ένα πίρσινγκ που το περιεργαζόταν τις στιγμές που ένιωθε αμηχανία. Το αφεντικό της, όμως, ο γιατρός Γκρόλκε, ήταν παλαιών αρχών και την ανάγκαζε να το βγάζει εν ώρα εργασίας.

«Είστε σίγουρος ότι η Γιοζεφίν είχε ραντεβού για σήμερα;»

Ο Βίκτορ άνοιξε το στόμα του για να απαντήσει, γρήγορα όμως μπλοκάρισε και το ξανάκλεισε. Φυσικά και είχε ραντεβού για σήμερα. Η Ιζαμπέλ το είχε κλείσει τηλεφωνικά. Και ο ίδιος είχε συνοδέψει τη Γιόζι. Όπως πάντα.

“Τι κάνει ο αλλεργιολόγος, μπαμπούλη;” τον είχε ρωτήσει στο αυτοκίνητο. “Λέει τον καιρό;”

“Όχι, ποντικάκι μου. Αυτός είναι ο μετεωρολόγος”. Την είχε κοιτάξει στο καθρεφτάκι και είχε αισθανθεί την επιθυμία να χαϊδέψει τα ξανθά μαλλιά της. Ήταν τόσο εύθραυστη. Σαν άγγελος ζωγραφισμένος πάνω σε γιαπωνέζικο ρυζόχαρτο.

“Ο αλλεργιολόγος ασχολείται με τους ανθρώπους οι οποίοι δεν μπορούν να έρθουν σε επαφή με συγκεκριμένες ουσίες, γιατί αρρωσταίνουν”.

“Όπως εγώ;”

“Πιθανόν”, είχε απαντήσει. Ας ελπίσουμε, είχε σκεφτεί. Αυτό θα αποτελούσε μια διάγνωση. Μια αρχή. Η ανεξήγητη ασθένεια της Γιόζι είχε ταράξει τη ζωή της οικογένειας. Η μικρή είχε έξι μήνες να πάει στο σχολείο. Οι κρίσεις της ήταν τόσο απρόβλεπτες και συχνές που δεν της επέτρεπαν να παραμείνει για πολύ στην τάξη. Γι’ αυτό η Ιζαμπέλ είχε αρχίσει να εργάζεται μόνο τη μισή μέρα και είχε οργανώσει ιδιαίτερα μαθήματα για την κόρη της, ενώ ο Βίκτορ είχε κλείσει το ιατρείο του στη Φρίντριχστρασε για να μπορεί να τη βλέπει εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. Ή, καλύτερα, τους γιατρούς της. Ο μαραθώνιος των κλινικών εξετάσεων και γνωματεύσεων είχε αποδειχτεί άκαρπος. Οι ειδικοί που την είχαν δει βρίσκονταν σε αμηχανία. Δεν κατάφερναν να δώσουν μια εξήγηση για τις πυρετικές κρίσεις, τις μολύνσεις και τις νυχτερινές ρινορραγίες. Κάποιες φορές τα συμπτώματα υποχωρούσαν, μέχρι που σποραδικά εξαφανίζονταν, κι αυτό άναβε ένα φως ελπίδας, αλλά μετά από μια σύντομη ανάπαυλα ξανάρχιζαν όλα, με ολοένα και πιο έντονα επεισόδια. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, παθολόγοι, αιματολόγοι και νευρολόγοι, το μόνο που είχαν καταφέρει ήταν να αποκλείσουν τον καρκίνο, το έιτζ, την ηπατίτιδα κι άλλες γνωστές αρρώστιες. Η Γιόζι είχε υποβληθεί μέχρι και σε τεστ για ελονοσία. Αρνητικό.

 

«Γιατρέ Λάρεντς;»

Η φωνή της Μαρίας επανέφερε τον Βίκτορ στην πραγματικότητα? συνειδητοποίησε ότι όλη εκείνη την ώρα είχε απομείνει να κοιτάζει τη γραμματέα με το στόμα ανοιχτό.

«Τι της κάνατε;» Είχε ξαναβρεί τη μιλιά του και με κάθε λέξη που πρόφερε ύψωνε τη φωνή του.

«Τι εννοείτε;»

«Για τη Γιόζι μιλάω. Τι της κάνατε;»

Ο Βίκτορ ωρυόταν και οι ασθενείς στην αίθουσα αναμονής σώπασαν μεμιάς. Ήταν προφανές ότι η Μαρία δεν είχε την παραμικρή ιδέα πώς να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Αναμφίβολα, ως γραμματέας του δόκτορα Γκρόλκε, ήταν συνηθισμένη σε ασυνήθιστες συμπεριφορές από μέρους των ασθενών. Εκτός των άλλων, το ιατρείο δεν ήταν ιδιωτικό, ενώ η Ούλαντστρασε είχε πάψει από καιρό να αποτελεί έναν από τους ήσυχους και πολιτισμένους δρόμους του Βερολίνου. Όλο και πιο συχνά η αίθουσα αναμονής γέμιζε από τις πόρνες και τους ναρκομανείς που σύχναζαν στη Λίτσενμπουργκερ Στράσε, και κανένας δεν εκπλησσόταν αν, για παράδειγμα, ένα εξαθλιωμένο πρεζόνι με συμπτώματα στέρησης εξαγριωνόταν με τη γραμματέα, επειδή εκείνη δήθεν αρνιόταν να περιποιηθεί το έκζεμά του και να του δώσει κάποιο φάρμακο για να του απαλύνει τον πόνο.

Η παρούσα κατάσταση, όμως, ήταν διαφορετική. Ο δόκτορας Λάρεντς δε φορούσε βρόμικη αθλητική φόρμα, ξεσχισμένο μπλουζάκι και λυμένα παπούτσια του τένις. Το πρόσωπό του δε θύμιζε πεδίο μάχης διάστικτο από σπασμένα σπυράκια γεμάτα πύον και μολύνσεις. Κάθε άλλο. Ο όρος “ξεχωριστός” έμοιαζε να είναι επινοημένος ειδικά για εκείνον? ήταν λυγερόκορμος, στητός, με φαρδιές πλάτες και θεληματικό πιγούνι. Παρόλο που είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στο Βερολίνο, συχνά τον περνούσαν για βόρειο. Του έλειπαν μόνο οι γκρίζοι κρόταφοι και η κλασική μεγάλη μύτη. Ακόμα και τα καστανά σγουρά μαλλιά του, που τελευταίως τα είχε αφήσει να μακρύνουν, και η γαμψή του μύτη –οδυνηρή ανάμνηση από ένα ιστιοπλοϊκό ατύχημα– δεν αναιρούσαν τη γενική του εικόνα. Ο Βίκτορ Λάρεντς ήταν στα σαράντα τρία. Το κάτωχρο πρόσωπό του μαρτυρούσε υπερεργασία, και αυτό ακριβώς έφερε σε δύσκολη θέση τη Μαρία. Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν αναμενόμενο από έναν επαγγελματία ψυχίατρο, που φορούσε ένα κομψότατο κοστούμι των δύο χιλιάδων ευρώ, να υψώνει τη φωνή του δημοσίως, ούτε να χειρονομεί με έξαλλο τρόπο, προφέροντας ακατανόητες φράσεις.

 

«Βίκτορ;»

Ο Λάρεντς γύρισε στο άκουσμα εκείνης της βαθιάς φωνής. Ο δόκτορας Γκρόλκε είχε ακούσει τη φασαρία και είχε διακόψει την εξέταση. Ο λιπόσαρκος ηλικιωμένος γιατρός, με μαλλιά στο χρώμα της άμμου και βαθουλωμένα μάτια, είχε ανήσυχο ύφος.

«Τι συμβαίνει;»

«Πού είναι η Γιόζι;» ούρλιαξε ο Βίκτορ, και ο δόκτορας Γκρόλκε αναπήδησε. Ήξερε την οικογένεια Λάρεντς εδώ και δέκα χρόνια, αλλά δεν είχε δει ποτέ πριν τον Βίκτορ σε παρόμοια κατάσταση.

«Τι θα έλεγες να περάσεις στο γραφείο μου;»

Ο Βίκτορ δεν άκουγε, το βλέμμα του ήταν καρφωμένο πέρα από την πλάτη του αλλεργιολόγου. Βλέποντας την πόρτα του γραφείου μισάνοιχτη, έτρεξε φουριόζος να μπει μέσα. Με μια κλοτσιά την άνοιξε διάπλατα, γκρεμίζοντας ένα τραπεζάκι γεμάτο με εργαλεία και φάρμακα. Η γυναίκα με την ψωρίαση ήταν ξαπλωμένη πάνω στο κρεβάτι εξέτασης και από την ταραχή της ξέχασε να σκεπάσει το γυμνό κορμί της.

«Βίκτορ, τι σ’ έχει πιάσει;» του φώναξε ο δόκτορας Γκρόλκε ακολουθώντας τον, αλλά εκείνος είχε ήδη βγει και βάδιζε ορμητικά προς το διάδρομο.

«Γιόζι;»

Τον διέτρεξε μέχρι το τέλος του, ανοίγοντας με δύναμη όλες τις πόρτες που συναντούσε.

«Γιόζι, πού είσαι;» φώναζε γεμάτος ένταση.

«Για όνομα του Θεού, Βίκτορ!»

Ο ηλικιωμένος αλλεργιολόγος προσπάθησε να πάει κοντά του, αλλά εκείνος δεν του έριξε ούτε μια ματιά. Ο τρόμος τού είχε αφαιρέσει κάθε λογική αντίδραση.

«Τι είναι εδώ μέσα;» ούρλιαξε καθώς δεν κατάφερε να ανοίξει την τελευταία πόρτα στα αριστερά της αίθουσας αναμονής.

«Απορρυπαντικά. Μόνο απορρυπαντικά, Βίκτορ. Αυτή είναι η αποθήκη μας».

«Ανοίξτε τη!» Ο Βίκτορ άρπαξε το πόμολο και άρχισε να το κουνά σαν υστερικός.

«Κοίτα, πρέπει να με ακούσεις...»

«ΑΝΟΙΞΤΕ ΤΗ!»

Ο δόκτορας Γκρόλκε μάγκωσε τα μπράτσα του Βίκτορ με απροσδόκητη δύναμη και τον ακινητοποίησε.

«Ηρέμησε, Βίκτορ! Κι άκουσέ με. Η κόρη σου δεν είναι δυνατό να βρίσκεται εκεί μέσα. Η καθαρίστρια πήρε μαζί της το κλειδί σήμερα το πρωί, και δε θα επιστρέψει νωρίτερα από αύριο».

Ο Βίκτορ ανάσαινε λαχανιασμένα και κατέγραψε τα λόγια του γιατρού δίχως να συνειδητοποιήσει το νόημά τους.

«Ας τα πάρουμε με τη σειρά». Ο Γκρόλκε χαλάρωσε τη λαβή και τον ακούμπησε φιλικά στην πλάτη. «Πότε είδες για τελευταία φορά την κόρη σου;»

«Πριν από μισή ώρα, εδώ, στην αίθουσα αναμονής», απάντησε σα ρομπότ ο Βίκτορ. «Μπήκε στο γραφείο σου».

Ο ηλικιωμένος γιατρός κούνησε το κεφάλι και γύρισε στη Μαρία που τους είχε ακολουθήσει.

«Δεν έχω δει τη Γιοζεφίν», είπε στον προϊστάμενό της. «Και δεν είχε ραντεβού σήμερα».

«Ανοησίες», μουρμούρισε ο Βίκτορ, και στη συνέχεια μάλαξε τους κροτάφους του με το ένα χέρι.

«Η Ιζαμπέλ είχε κλείσει το ραντεβού τηλεφωνικά, και είναι φυσικό η Μαρία να μην έχει δει την κόρη μου. Όταν ήρθαμε, στη γραμματεία καθόταν κάποιος αντικαταστάτης της. Μας είπε να καθίσουμε και να περιμένουμε τη σειρά μας. Η Γιόζι αισθανόταν πολύ αδύναμη. Την άφησα στην αίθουσα αναμονής και βγήκα να πάρω ένα ποτήρι νερό. Όταν επέστρεψα, είχε...»

«Δεν έχουμε κανέναν άντρα βοηθό», τον διέκοψε ο Γκρόλκε. «Εδώ εργάζονται μόνο γυναίκες».

Ο Βίκτορ τον κοίταζε με ανάστατο ύφος, ενώ προσπαθούσε να βρει ένα νόημα σε όσα μόλις είχε ακούσει.

«Δεν εξέτασα τη Γιόζι σήμερα. Δεν μπήκε στο ιατρείο μου».

Τα λόγια του γιατρού συνθλίφτηκαν πάνω σ’ ένα βρόντο που ο Βίκτορ άκουγε να πλησιάζει από μακριά και να γίνεται ολοένα και πιο δυνατός.

«Τι είναι αυτά που μου λέτε;» ούρλιαξε απελπισμένος. «Φυσικά και μπήκε στο ιατρείο σας. Εσείς την καλέσατε! Ήμουν εδώ κοντά και άκουσα να φωνάζουν το όνομά της. Σήμερα, όμως, ήθελε να μπει μόνη της. Μου το ζήτησε ικετευτικά. Μόλις έκλεισε τα δώδεκα? πλέον κλειδώνει ακόμα και την πόρτα του μπάνιου. Όταν επέστρεψα στην αίθουσα αναμονής σκέφτηκα ότι μάλλον θα είχε περάσει στο γραφείο σας».

Ο Βίκτορ άνοιξε το στόμα του και συνειδητοποίησε ότι δεν είχε πει ούτε μια λέξη. Το μυαλό του λειτουργούσε, αλλά προφανώς ο ίδιος δεν είχε πια τη δύναμη να του δώσει λόγο. Κοίταξε ολόγυρα ανήμπορος και είχε πάλι την εντύπωση ότι έβλεπε τον κόσμο να προχωράει σε αργή κίνηση. Η πλαταγή στα αυτιά του γινόταν συνεχώς πιο επίμονη. Αντιλήφθηκε ότι όλοι στο χώρο τού μιλούσαν? η Μαρία, ο δόκτορας Γκρόλκε, ακόμα και κάποιοι από τους ασθενείς.

«Έχω να δω τη Γιόζι περισσότερο από ένα χρόνο», ήταν τα τελευταία λόγια του Γκρόλκε που μπόρεσε να απομονώσει ο Βίκτορ. Και μετά κατάλαβε. Για μια φευγαλέα στιγμή κατανόησε τι είχε συμβεί. Η ψυχρή αλήθεια άναψε μέσα του και πολύ γρήγορα εξαφανίστηκε, σαν ένα όνειρο τη στιγμή της αφύπνισης. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου κατανόησε τα πάντα. Η αρρώστια της Γιόζι. Η αιτία των δεινών της τους τελευταίους μήνες. Είδε αυτό που της είχαν κάνει, και ξεδιάλυνε στο μυαλό του ότι τώρα θα καταδίωκαν και τον ίδιο. Θα τον έβρισκαν. Το ήξερε. Αμέσως όμως αυτή η φριχτή συνειδητοποίηση της πραγματικότητας ξεθώριασε κι έπεσε πάλι στο σκοτάδι. Η αλήθεια χάθηκε και πάλι, αδιόρατη όπως μια σταγόνα νερού στον ωκεανό.

Ο Βίκτορ χτύπησε τους κροτάφους του και με τα δυο χέρια. Ο τρομακτικός, επίμονος, καταθλιπτικός θόρυβος ήταν κοντινός και ασύλληπτος. Έμοιαζε με το βογγητό μιας βασανισμένης ύπαρξης, και δεν είχε τίποτα το ανθρώπινο. Άρχισε να ανακουφίζεται μόνο όταν ξανάκλεισε το στόμα του.

 

 

 

 

 

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

 

 

Σήμερα, λίγα χρόνια αργότερα

 

Ο Βίκτορ Λάρεντς δε θα μπορούσε να φανταστεί ότι κάποια μέρα θα άλλαζε τόσο δραματικά η θέση του. Παλιότερα, το λιτό μονόκλινο δωμάτιο της Κλινικής του Βέντινγκερ για ψυχοσωματικά τραύματα, φιλοξενούσε τους πιο δύσκολους ασθενείς του. Σήμερα, ήταν ο ίδιος ξαπλωμένος στο υδραυλικά ρυθμιζόμενο κρεβάτι, με τα χέρια και τα πόδια δεμένα με γκρίζες ημιελαστικές ζώνες.

Κανένας δεν τον είχε αναζητήσει. Ούτε φίλοι, ούτε πρώην συνάδελφοι, ούτε συγγενείς. Η μοναδική πηγή ψυχαγωγίας του, πέρα από το να κοιτάζει την κιτρινισμένη ταπετσαρία στον τοίχο, τις δυο καφετιές κουρτίνες και το λερωμένο ταβάνι, ήταν ο δόκτορας Μάρτιν Ροτ, ο νεαρός διευθυντής του τμήματος που τον επισκεφτόταν δύο φορές τη μέρα. Κανένας δεν είχε ζητήσει να τον δει. Ούτε και η Ιζαμπέλ. Ο Βίκτορ το είχε μάθει από τον Ροτ και δεν μπορούσε να κατηγορήσει τη γυναίκα του. Μετά απ’ όλα όσα είχαν συμβεί.

«Από πότε μου διακόψατε τη χορήγηση φαρμάκων;»

Ο γιατρός ήλεγχε τον φυσιολογικό ορό που κρεμόταν από ένα μεταλλικό τρίποδο στο κεφάλι του κρεβατιού. «Εδώ και τρεις εβδομάδες περίπου, δόκτωρ Λάρεντς».

Ο Βίκτορ εκτιμούσε πολύ το δόκτορα Ροτ, ο οποίος συνέχιζε επιδεικτικά να του απευθύνεται με τον τίτλο του. Στη διάρκεια των συζητήσεων που είχαν τον τελευταίο καιρό, του φερόταν πάντα με τον μέγιστο σεβασμό.

«Και πόσος καιρός έχει περάσει από τότε που ανέκτησα τη νοητική μου ικανότητα;»

«Εννιά μέρες».

«Αχά». Έκανε μια μικρή παύση.

«Και πότε θα πάρω εξιτήριο;»

Ο δόκτορας Ροτ δεν κατάφερε να αποκρύψει το μορφασμό που του προκάλεσε το αστείο που είχε ακούσει. Αμφότεροι γνώριζαν ότι δε θα έπαιρνε ποτέ εξιτήριο, τουλάχιστον όχι από το συγκεκριμένο τμήμα.

Ο Βίκτορ κοίταξε τα χέρια του και δοκίμασε να τραβήξει τις ζώνες. Προφανώς του είχαν γίνει απαραίτητες από τα επεισόδια που είχαν συμβεί. Στην αποθεραπεία τού είχαν αφαιρέσει τη ζώνη του παντελονιού και τα κορδόνια των παπουτσιών. Είχαν βγάλει ακόμα και τον καθρέφτη από το μπάνιο. Τώρα, όταν τον οδηγούσαν στην τουαλέτα δύο φορές τη μέρα, υπό παρακολούθηση πάντα, δεν μπορούσε ούτε την όψη του να δει – τη φανταζόταν εντελώς ατημέλητη. Παλιότερα, ήταν περήφανος για την εικόνα του. Οι φαρδιές πλάτες του, η πυκνή κόμη και το γυμνασμένο σώμα δεν περνούσαν απαρατήρητα. Όλα αυτά, όμως, αποτελούσαν παρελθόν πια.

«Σοβαρά, δόκτωρ Ροτ, τι νιώθετε βλέποντάς με ξαπλωμένο σ’ αυτό το κρεβάτι;»

Καθώς έπαιρνε την καρτέλα νοσηλείας που κρεμόταν στα πόδια του κρεβατιού, ο διευθυντής συνέχισε να αποφεύγει την οπτική επαφή με τον Βίκτορ. Ήταν ολοφάνερο ότι σκεφτόταν καλά την απάντησή του. Συμπάθεια; Ασφάλεια;

«Φόβο». Ο δόκτορας Ροτ είχε αποφασίσει να πει την αλήθεια.

«Γιατί, φοβάστε μήπως σας συμβεί κάτι παρόμοιο;»

«Το βρίσκετε εγωιστικό;»

«Όχι. Είστε ειλικρινής κι αυτό μου αρέσει. Εκτός αυτού, η σκέψη είναι προφανής. Έχουμε κάτι κοινό».

Ο δόκτορας Ροτ περιορίστηκε να γνέψει συγκαταβατικά.

Αν και η παρούσα κατάσταση ήταν διαφορετική, οι ιστορίες των δύο γιατρών είχαν αρκετά κοινά στοιχεία. Αμφότεροι είχαν μεγαλώσει ως μοναχοπαίδια οικογενειών που ζούσαν στις πιο αριστοκρατικές συνοικίες του Βερολίνου. Ο Λάρεντς στη Βανζέε, απόγονος μιας παλιάς και ισχυρής οικογένειας δικηγόρων ειδικευμένων στο εταιρικό δίκαιο, ο δόκτορας Ροτ στο Βέστεντ, γιος δύο διάσημων χειρουργών. Αμφότεροι είχαν σπουδάσει ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Ντάλεμ – με ειδίκευση στην ψυχιατρική. Αμφότεροι είχαν κληρονομήσει το πατρικό σπίτι και μια αξιόλογη περιουσία, που τους επέτρεπε να ζουν από τα εισοδήματά τους μόνο, χωρίς να εργάζονται. Τέλος, η τύχη ή η μοίρα είχε οδηγήσει και τους δύο σ’ εκείνο το μέρος.

«Σύμφωνοι», ξανάρχισε την κουβέντα ο Βίκτορ. «Πείτε μου, λοιπόν, πώς θα αντιδρούσατε εσείς στη θέση μου;»

Ο δόκτορας Ροτ άφησε την καρτέλα νοσηλείας πάνω στο τραπεζάκι και για πρώτη φορά κοίταξε τον Βίκτορ στα μάτια.

«Εννοείτε αν η κόρη μου είχε περάσει τα ίδια με τη Γιοζεφίν;»

«Ναι».

«Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω αν θα είχα επιβιώσει, κάτι που εσείς τελικά καταφέρατε».

Ο Βίκτορ γέλασε νευρικά.

«Ε, στην πραγματικότητα κι εγώ πέθανα. Με τον πιο αποτρόπαιο τρόπο που μπορεί να φανταστεί κανείς».

«Μήπως θέλετε να μου μιλήσετε γι’ αυτό;» Ο δόκτορας Ροτ κάθισε στο κρεβάτι του Βίκτορ.

«Για ποιο πράγμα;» Ο Βίκτορ έκανε αυτή την ερώτηση παρόλο που γνώριζε πολύ καλά την απάντηση. Τις τελευταίες ημέρες ο γιατρός τού είχε απευθύνει περισσότερες από μία φορές το ίδιο ερώτημα.

«Για όλα. Για ολόκληρη την ιστορία. Πώς ανακαλύψατε αυτό που είχε συμβεί στην κόρη σας. Τι σχέση είχε η ασθένεια της Γιοζεφίν. Διηγηθείτε μου όσα συνέβησαν. Από την αρχή».

«Σας έχω ήδη εξιστορήσει σχεδόν τα πάντα».

«Δεν αντιλέγω. Εμένα, όμως, με ενδιαφέρουν οι λεπτομέρειες. Θέλω να ξανακούσω το καθετί με ακρίβεια. Κυρίως, πώς οδηγήθηκε σ’ αυτό το σημείο η υπόθεση».

Στην καταστροφή.

Ο Βίκτορ πήρε μια βαθιά ανάσα κι άφησε το βλέμμα του πάνω στους λεκέδες που είχαν σχηματιστεί από την υγρασία στο ταβάνι.

«Ξέρετε κάτι; Όλα αυτά τα χρόνια που έχουν περάσει από την εξαφάνιση της Γιόζι, θεωρούσα ότι δε θα μπορούσε να υπάρξει τίποτα πιο φοβερό από την αβεβαιότητα. Τέσσερα χρόνια χωρίς το παραμικρό ίχνος, χωρίς ούτε ένα σημάδι ζωής. Μερικές φορές ευχόμουν να χτυπούσε το τηλέφωνο και κάποιος να μας έλεγε πού βρίσκεται το πτώμα της. Σοβαρά, σκεφτόμουν ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο οδυνηρό από το να βρίσκεται κανείς μετέωρος ανάμεσα σε υποθέσεις και γεγονότα. Μα έκανα λάθος. Ξέρετε τι είναι ακόμα χειρότερο;»

Ο δόκτορας Ροτ τον κοίταξε απορημένος.

«Η αλήθεια», είπε συρίζοντας ο Βίκτορ. «Η αλήθεια! Νομίζω ότι την είδα ξεκάθαρα για πρώτη φορά στο ιατρείο του δόκτορα Γκρόλκε. Λίγο μετά την εξαφάνιση της Γιόζι. Και ήταν τόσο άσχημη που δε θέλησα να τη δω κατάματα, να την αναγνωρίσω. Όμως, δεν άργησα να τη βρω και δεν μπόρεσα έκτοτε να την αποδιώξω, γιατί με καταδίωξε».

«Τι εννοείτε;»

«Ακριβώς αυτό που είπα. Βρέθηκα μπροστά στον άνθρωπο που είχε προκαλέσει όλο το κακό και δεν μπόρεσα να το ανεχτώ. Εσείς ξέρετε καλύτερα από μένα τι έκανα στο νησί. Σε ποιο σημείο έφτασα».

«Το νησί», τον παρακίνησε να συνεχίσει ο Ροτ. «Το Πάρκουμ, σωστά; Αλήθεια, τι κάνατε εκεί;»

«Ως ψυχίατρος θα έπρεπε να ξέρετε ότι αυτή είναι η λάθος ερώτηση». Ο Βίκτορ γέλασε. «Εν πάση περιπτώσει, θα προσπαθήσω να σας δώσω μια απάντηση. Το περιοδικό Bunte μού είχε ζητήσει για χιλιοστή φορά μια αποκλειστική συνέντευξη, καθώς είχαν συμπληρωθεί τέσσερα χρόνια από την εξαφάνιση της Γιόζι. Αρχικά ήθελα να αρνηθώ. Και η Ιζαμπέλ ήταν αντίθετη. Στη συνέχεια, όμως, σχημάτισα τη γνώμη ότι οι ερωτήσεις του δημοσιογράφου θα με βοηθούσαν να ξαναβάλω σε μια τάξη τις σκέψεις μου. Να ειρηνεύσει η ψυχή μου. Καταλαβαίνετε;»

«Έτσι, πήγατε εκεί να δουλέψετε τη συνέντευξη;»

«Ναι».

«Μόνος;»

«Η γυναίκα μου δεν μπορούσε και δεν ήθελε να έρθει. Είχε ένα σημαντικό επαγγελματικό ραντεβού στη Νέα Υόρκη. Για να είμαι ειλικρινής, ήμουν ευτυχής που θα έμενα μόνος. Ήλπιζα ότι θα κατάφερνα να αποκτήσω την αναγκαία απόσταση από τα πράγματα».

«Την απόσταση για να πείτε αντίο στην κόρη σας».

Ο Βίκτορ συγκατένευσε, μολονότι ο δόκτορας Ροτ δεν είχε εκφράσει την τελευταία φράση υπό μορφή ερώτησης.

«Κατά μία έννοια. Πήρα λοιπόν το σκυλί μου, πήγα στη Βόρειο Θάλασσα και ανέβηκα στο πλοιάριο για το Συλτ. Δεν μπορούσα να φανταστώ τη χιονοστιβάδα των γεγονότων που θα προκαλούσα μ’ εκείνο το ταξίδι».

«Μιλήστε μου γι’ αυτό. Τι ακριβώς συνέβη στο Πάρκουμ; Πότε αντιληφθήκατε για πρώτη φορά ότι όλα συνδέονταν μεταξύ τους;»

Η ανεξήγητη ασθένεια της Γιοζεφίν. Η εξαφάνισή της. Η συνέντευξη.

«Μάλιστα».

Ο Βίκτορ κούνησε κυκλικά το κεφάλι, μια από τις ελάχιστες κινήσεις που του επέτρεπαν οι ζώνες, κι ένιωσε να κροταλίζει ο αυχενικός σπόνδυλος. Ανέπνευσε βαθιά κι έκλεισε τα μάτια. Όπως πάντα, ελάχιστες στιγμές ήταν αρκετές για να τον οδηγήσουν οι μνήμες στο σπίτι στην παραλία. Στο μέρος όπου σκόπευε να ξαναβάλει τάξη στη ζωή του, τέσσερα χρόνια μετά την τραγωδία. Εκεί όπου ήλπιζε να βρει την απαιτούμενη απόσταση για να ξαναρχίσει. Aντ’ αυτού, όμως, είχε χάσει τα πάντα.