1
Αγαπητέ Κογκόι,
η αλήθεια είναι πως δεν είμαι βέβαιος ότι, κανένας άλλος δεν μπορεί να αφηγηθεί
τη ζωή ενός ανθρώπου καλύτερα από τον ίδιο, μόλο που εγώ το έγραψα αυτό.
Φυσικά, σ' αυτή τη φράση υπάρχει ένα ερωτηματικό· μάλιστα, αν θυμάμαι καλά
-πέρασαν πολλά χρόνια, ένας αιώνας σχεδόν, ο κόσμος εδώ γύρω ήταν νέος, μια
υγρή και πράσινη αυγή, αλλά ήταν ήδη μια φυλακή- το πρώτο που έγραψα ήταν αυτό
το ερωτηματικό που σέρνεται πίσω από καθετί. Όταν ο δόκτωρ Ρος
με παρακίνησε να συντάξω εκείνες τις σελίδες για την επετηρίδα, μου ήρθε η
επιθυμία -και θα ήταν τίμιο να το κάνω- να του στείλω πολλά φύλλα μ' ένα μεγάλο
ερωτηματικό και τίποτα παραπάνω, μα δεν ήθελα να είμαι αγενής μαζί του, τόσο
καλά κι ευγενικά που φέρθηκε, σε αντίθεση με τους άλλους· κι έπειτα δεν
ήταν η καλύτερη επιλογή να εξοργίσω κάποιον που μπορεί να σε εξοβελίσει από μια
καλή θεσούλα, όπως η σύνταξη του ημερολογίου της παροικίας των καταδίκων, και
να σε στείλει στην κόλαση του Πορτ Άρθουρ να τις τρως
με το βούρδουλα στην πλάτη αν, έστω και για μια στιγμή, καθίσεις κατάχαμα
εξουθενωμένος από τους όγκους παγωμένου νερού που πέφτουν πάνω σου.
Έτσι, λοιπόν, έβαλα εκείνο το ερωτηματικό
μόνο στην πρώτη φράση, κι όχι σ' ολόκληρη τη ζωή μου· τη δική μου, τη δική
σου, οποιουδήποτε. Η ζωή -έλεγε ο Πιστόριους, ο
δάσκαλός μας της γραμματικής, συνοδεύοντας με κυκλικές και ήρεμες χειρονομίες
τα σχόλια στα Λατινικά, σ' εκείνο το δωμάτιο που ήταν σκεπασμένο μ' ένα ροζ που
το βράδυ σκοτείνιαζε κι έσβηνε, ανθρακιά της εφηβείας που έκαιγε στο σκοτάδι-
δεν είναι μια πρόθεση ή μια κατάφαση, αλλά ένα επιφώνημα, ένα σημείο στίξης,
ένας σύνδεσμος, ή το πολύ ένα επίρρημα. Σε καμία περίπτωση πάντως δεν είναι ένα
από τα λεγόμενα βασικά συστατικά του μηνύματος - «Είστε σίγουρος ότι αυτά
ακριβώς ήταν τα λόγια του;» - Α... ναι, γιατρέ, ίσως να μην ήταν εκείνος που
χρησιμοποίησε την τελευταία αυτή έκφραση· θα πρέπει να ήταν η κυρία Πέριτς, μετέπειτα Περίνι, στο Φιούμε, αλλά αργότερα, πολύ αργότερα.
Αυτή η αρχική ερώτηση εξάλλου δεν μπορεί
να ληφθεί σοβαρά υπόψη, γιατί εμπεριέχει ήδη την απάντηση, όπως οι ερωτήσεις
που απευθύνονται στους πιστούς στη διάρκεια του κηρύγματος, με το
χαρακτηριστικό ανέβασμα του τόνου της φωνής του ιεροκήρυκα. «Ποιος μπορεί να
αφηγηθεί τη ζωή ενός ανθρώπου καλύτερα από τον ίδιο;» Κανένας, εννοείται, δεν
μοιάζει ν' ακούει τον ψίθυρο του ποιμνίου που απαντάει στον ιεροκήρυκα. Αν
υπάρχει ένα πράγμα που έχω συνηθίσει, αυτό είναι οι ρητορικές ερωτήσεις από την
εποχή που έγραφα στη φυλακή του Νιουγκέιτ τους λόγους
για τον αιδεσιμότατο Μπλαντ· μου τους πλήρωνε
μισό σελίνι τον έναν και στο μεταξύ έπαιζε κρίκετ με τους φρουρούς,
περιμένοντας να πάω να παίξω κι εγώ· έτσι, συχνά μου ξανάπαιρνε πίσω το
μισό σελίνι - πράγμα διόλου παράξενο, αφού βρισκόμουν εκεί μέσα επειδή τα είχα
χάσει όλα στον τζόγο.
Αλλά τουλάχιστον εκεί, σ' εκείνο το κελί,
καθώς έγραφα κλεισμένος μέσα στους ρυπαρούς τοίχους, ήμουν εγώ που διατύπωνα
τις φτιαχτές ερωτήσεις, παρόλο που στη συνέχεια ήταν ο αιδεσιμότατος που τις
εκφωνούσε κραυγάζοντας από τον άμβωνα, ενώ κάπου αλλού, παντού, πριν και μετά,
επί έτη και έτη και εις τους αιώνας των αιώνων, μου τις ξεφώνισαν στ' αυτιά
μου: «Λοιπόν, το πανδαιμόνιο στην Ισλανδία το προκάλεσες όλο μόνος σου, έτσι,
από αγάπη για κείνο τον ραχιτικό και ασθενικό λαό, χωρίς κανένας να σε βοηθήσει
να ανατρέψεις την τάξη στην επικράτεια της Αυτού Μεγαλειότητος,
αλήθεια, τότε έφτυσες χωρίς να αναλογιστείς ότι στεκόσουν στην ουρά με τους
άλλους για να ακούσεις την ομιλία του καινούργιου διευθυντή της φυλακής», και
δώσ' του ξανά με το γάτο με τις εννιά ουρές, «δεν αναγνωρίζεις τη φάτσα αυτού
του κομμουνιστή, ε, δεν την είδες ποτέ, και αυτές τις προκηρύξεις τις βρήκες
σαν από θαύμα στις τσέπες σου», και ξανά κλοτσιές και ξυλιές, «δεν είσαι,
λοιπόν, κατάσκοπος ή προδότης που ήρθε παριστάνοντας το σύντροφο να σαμποτάρει
την ελεύθερη σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία των εργατών, μάλλον είσαι ένα φασιστικό
ιταλικό γουρούνι που θέλει να ξαναπάρει πίσω την Ίστρια
και το Φιούμε», και ξανά το κεφάλι μέσα στην τρύπα με
τα σκατά ή ξανά να τρέχεις όσο το δυνατόν γρηγορότερα μέσα από τις γραμμές των
καταδίκων, που υποχρεώνονται καθώς περνάς από μπροστά τους να σε ξυλοκοπούν όσο
πιο δυνατά μπορούν φωνάζοντας «Tito Partija, Tito Partija!»
- μα από πού έρχονται αυτές οι κραυγές, τι χαλασμός, δεν ακούω πια, τίνος είναι
αυτό το κουφό κι άχρηστο αυτί· πρέπει να ήταν κάποια ξυλιά και, αν κάποιος
την έριξε, σίγουρα κάποιος θα την άρπαξε, εγώ ή άλλος.
Πάει, πέρασε, η πλαταγή καταλαγιάζει. Κι
αυτή ήταν άλλη μια ρητορική ερώτηση· το άχρηστο αυτί είναι το δικό μου,
αφού Εσείς, ο δόκτωρ Ουλτσιγκράι, σκύβετε στο άλλο,
το αριστερό, όταν με ρωτάτε «Λοιπόν, το πραγματικό σου όνομα είναι Γιόργκεν κι αυτό το έγραψες εσύ», δείχνοντάς μου εκείνο το
παλιό κατάστιχο που είχα βρει στη βιβλιοθήκη της Σαλαμάνκα Πλέις.
Τουλάχιστον Εσείς δεν σηκώνετε χέρι, κάθε άλλο, είστε ευγενικός, δεν
προσβάλλεστε ούτε κι όταν σας αποκαλώ Κογκόι, ούτε
επιμένετε με τις ερωτήσεις. Αν μείνω σιωπηλός, μη δώσετε σημασία· μου το
ζητήσατε όμως και είναι ανώφελο, γιατί γνωρίζετε ήδη την αλήθεια, ή νομίζετε
ότι τη γνωρίζετε, που είναι το ίδιο πράγμα, κι εν πάση περιπτώσει γνωρίζετε ήδη
την απάντησή μου, όταν Σας απαντώ - διαφορετικά μου την υποβάλλετε, μου τη
βάζετε στο στόμα.
Μια σταθερή και σίγουρη απάντηση, στην
ουσία· κάποιες φορές, το παραδέχομαι, λιγάκι μπερδεμένη στις λεπτομέρειες.
Μα πώς γίνεται με όλο αυτό το πηγαινέλα, με τόσα πράγματα που σωρεύονται το ένα
πάνω στο άλλο, χρόνια και χώρες και θάλασσες και φυλακές και πρόσωπα και
γεγονότα και σκέψεις κι άλλες φυλακές και ξεσχισμένοι ουρανοί της νύχτας απ'
όπου το αίμα τρέχει σαν χείμαρρος και πληγές και φυγές και πτώσεις... Και τη
ζωή, πολλές ζωές, δεν μπορείς να τις κρατήσεις μαζί. Πέρα απ' όλα αυτά, όταν
λιποθυμάς από τις ασταμάτητες ανακρίσεις, δυσκολεύεσαι να βάζεις τα πράγματα σε
τάξη, πολλές φορές δεν αναγνωρίζεις τη φωνή και την καρδιά σου. Γιατί, κάθε
τόσο, πηγαίνοντας μπροστά και πίσω εκείνη την ταινία, με βάζετε να επαναλαμβάνω
τις ερωτήσεις Σας; Ίσως για να τις χωνέψω καλύτερα, το καταλαβαίνω, είναι
αλήθεια ότι κάποιες φορές χάνομαι, αλλά έτσι χάνομαι ακόμη περισσότερο,
ακούγοντας Εσάς να μιλάτε με τη φωνή μου. Εν πάση περιπτώσει, όσο περισσότερο
ανακρίνεσαι τόσο λιγότερο ξέρεις ν' απαντάς - πέφτεις σε αντιθέσεις, λένε, και
σε στριμώχνουν ακόμη περισσότερο, με το καλό ή το κακό, ανάλογα με το επάγγελμά
τους.
Δεν ξέρω καλά τι πάει να πει αντίφαση,
αλλά σίγουρα πέφτεις στην παγίδα της, αυτό είναι αναμφίβολο. Κι εξαφανίζεσαι,
απομεινάρι ρουφηγμένο από τη δίνη του νερού στο χωνευτήρι -εδώ στο αυστραλιανό
ημισφαίριο το νερό στην μπανιέρα στρέφεται γύρω από την τρύπα με φορά αντίθετη
από τους δείκτες του ρολογιού, ενώ στα μέρη μας εκεί πάνω ακολουθεί αντίστροφη
φορά, σύμφωνα με τους δείκτες του ρολογιού. Είναι ένας νόμος της φυσικής,
διάβασα, που τον ονομάζουν δύναμη Κοριόλις- θαυμάσιες
συμμετρίες της Φύσης, σαν καντρίλια που, όταν το ένα ζευγάρι κάνει μπρος, το
άλλο οπισθοχωρεί, και το καθένα υποκλίνεται όταν έρχεται η σειρά του ώστε ο
χορός να μη χάνει το ρυθμό του. Ένας γεννιέται, ένας άλλος πεθαίνει· τα
κανόνια θερίζουν μια σειρά στρατιώτες στην κορυφογραμμή, λίγο αργότερα
εμφανίζονται στην ίδια θέση άλλοι με τις σημαίες τους, μα τα κανόνια τους
θερίζουν κι αυτούς. «Άρα οι λογαριασμοί είναι σωστοί...» Ναι, δούναι και
λαβείν, νίκη και ήττα, το κολαστήριο λουτρό στο Γκόλι
Οτόκ και μετά τα θαλάσσια λουτρά στις ίδιες υπέροχες παραλίες
του νησιού της Αδριατικής, ο κομμουνισμός που μας απελευθέρωσε από τα λάγκερ και μας έριξε στα γκουλάγκ,
όπου αντισταθήκαμε στ' όνομα του συντρόφου Στάλιν, ο οποίος στο μεταξύ έκλεινε
άλλους συντρόφους μας στα γκουλάγκ.
«Οι λογαριασμοί είναι σωστοί ακόμη κι αν
το αίμα λερώνει το καθολικό βιβλίο, αφού δεν διαγράφει τις υπογραφές ούτε και
το τελικό μηδέν, το ισοζύγιο ενεργητικού και παθητικού». Αν υπάρχει κάποιος που
μπορεί να πει κάτι τέτοιο, αυτός είμαι εγώ, που πέρασα πολλά χρόνια στη φυλακή,
στην ίδια την πόλη που ίδρυσα, με τα σπίτια της, την εκκλησία, μέχρι και τη
φυλακή της, πριν από πολλά χρόνια, όταν σ' αυτόν τον τεράστιο κόλπο του Ντέργουεντ -όπου δεν ξεχωρίζεις πού τελειώνει το ποτάμι και
πού αρχίζει η θάλασσα, σ' αυτό το τεράστιο κενό στο οποίο δεν υπάρχει τίποτα
μέχρι την ανυπαρξία της Ανταρκτικής και του Νότιου Πόλου- υπήρχαν μόνο μαύροι
κύκνοι και φάλαινες που δεν είχαν ποτέ αισθανθεί το καμάκι να καρφώνεται στη
ράχη τους και να εκτοξεύει το αίμα τόσο ψηλά όσο το νερό που βγαίνει από τους
φυσητήρες και τα ρουθούνια τους. Την πρώτη φάλαινα την καμάκωσα εγώ, ο Γιόργκεν Γιόργκενσεν, βασιλιάς
της Ισλανδίας και κατάδικος, ιδρυτής πόλεων και φυλακών, της φυλακής μου,
Ρωμύλος που καταλήγει σκλάβος στη Ρώμη. Μα όλοι αυτοί οι μικροί ανεμόμυλοι που
σκορπίζουν τη σκόνη των νεκρών και των ζωντανών δεν έχουν μεγάλη σημασία. Το
σημαντικό είναι να μπορέσω να απαντήσω στις συνεχείς ερωτήσεις Σας, δόκτωρ Ουλτσιγκράι, καθαρά και επί της ουσίας, γιατί ξέρω ποιος
είμαι, ποιος ήμουν, ποιοι είμαστε.
Τι να σημαίνει άραγε η φράση «Το ξέρω
καλύτερα εγώ» - δηλαδή Εσείς; Ναι, καταλαβαίνω, είστε πεπεισμένος γι' αυτό. Όλη
η αλήθεια βρίσκεται σ' αυτόν το φάκελο που είναι τοποθετημένος στην αρχειοθήκη
- δεν ήταν δύσκολο να τον βγάλω έξω χωρίς να γίνω αντιληπτός, ακριβώς κάτω από
τη μύτη Σας. Παιχνιδάκι για κάποιον που πέρασε τη ζωή του παρακολουθούμενος,
καταδιωκόμενος, φακελωμένος, στην αστυνομία, στο λάγκερ,
στο νοσοκομείο, στην OVRA, στην Γκουάρδια
Σιβίλ, στην Γκεστάπο, στην UDBA,
στο σωφρονιστήριο, στο Κέντρο Ψυχικής Υγιεινής, κι αναγκασμένος κάθε φορά να
εξαφανίζει τα έγγραφα· μέχρι και να τα τρώει, όταν χρειαζόταν· σε
κάθε περίπτωση να τα τσαλακώνει, προτού τον ανακαλύψουν. Τώρα ο φάκελος είναι
και πάλι εκεί, αφαιρέθηκε και ξανατοποθετήθηκε στη
θέση του χωρίς να το αντιληφθεί κανείς. Έτσι κι αλλιώς αυτά τα έγγραφα δεν τα
κοιτάτε από τότε που εκσυγχρονιστήκατε· τώρα πια αρκεί να πατήσετε ένα
πλήκτρο για να μάθετε τα πάντα. Εν πάση περιπτώσει, ο φάκελος βρίσκεται μέσα
στην αρχειοθήκη και στο μυαλό μου, μολονότι είστε εσείς που αξιώνετε ότι
ορίζετε κι ερμηνεύετε το μυαλό μου. Κέντρο Ψυχικής Υγιεινής Μπάρκολα,
συνοπτική έκθεση του ιατρικού φακέλου του Σαλβατόρε Τσίππικο
-επίσης Τσίπικο και Τσίπικ-
εισαχθέντος στις 27.3.1992, έπειτα από προηγούμενη νοσηλεία του ως επείγον
περιστατικό προ μηνός. Μπορεί να 'ναι κι έτσι. Πέρασε πολύς καιρός...
Επαναπατρισθείς από την Αυστραλία, ήδη διαμένει προσωρινά στην οικία του Μιλέτι-Μίλετιτς στην Τεργέστη,
οδός Μολίνο α Βαπόρε, αρ.
2. Καταπληκτικό, σας ξεγέλασα. Το πρώτο πράγμα είναι να αλλάξεις όνομα και να
δώσεις ψεύτικη διεύθυνση. Οι τύποι έχουν τη μανία να σε φακελώσουν μια για
πάντα, να σε χώσουν ήδη από την πρώτη στιγμή σε μια ωραία κούτα, με όνομα,
επώνυμο και διεύθυνση χαραγμένα από τη νεκρώσιμη επισημότητα μια για πάντα. Κι
εσύ από την άλλη ανακατεύεις ονόματα, ημερομηνίες, αριθμούς· κάποια
στοιχεία τα αφήνεις όπως είναι, ακριβή, άλλα τα μπερδεύεις λιγάκι, έτσι δεν
καταλαβαίνουν τίποτα και δεν ξέρουν πού να σε ψάξουν. Μου έρχεται κουτί να
πιστεύουν ότι είμαι εκεί, με το κεφάλι πάνω, στην Μπάρκολα,
να κοιτάζω πέρα από τον κόλπο της Τεργέστης την Ίστρια,
τον καθεδρικό του Πιράνο και την Πούντα Σαλβόρε· έτσι, κανενός το μυαλό δεν πηγαίνει να με
αναζητήσει εδώ κάτω, στους Αντίποδες, ανάμεσα σ' εκείνους με το κεφάλι κάτω.
Γεννήθηκε στο Χόμπαρτ
Τάουν, στην Τασμανία, στις 10.4.1910. Αφού το λέτε
εσείς. Χήρος - τεράστιο λάθος. Έγγαμος. Ο γάμος είναι ακατάλυτος, αδιαφορεί για
το θάνατο, τον δικό Σας και τον δικό μου. Επάγγελμα συνηθισμένο, κανένα -
υπάρχει ένα, είναι η αλήθεια: κρατούμενος... και ανακρινόμενος. Στο παρελθόν
έκανε διάφορα επαγγέλματα. Στην Αυστραλία προκύπτει ότι εργάστηκε ως
τορναδόρος, μετά ως τυπογράφος στο τυπογραφείο του Κομμουνιστικού Κόμματος στο Άναντεϊλ, στο Σίδνεϊ, και ως
δημοσιογράφος στη Ρισβέλιο και στη Ρισκόσα στην ίδια πόλη. Γραμμένος στην Αντιφασιστική
Ομοσπονδία του Σίδνεϊ από το 1928 και στον Κύκλο Ματεότι της Μελβούρνης, στρατευμένος ακτιβιστής, μπλεγμένος
στις συγκρούσεις της Ράσελ Στριτ στη Μελβούρνη το 1929 και της Τάουνσβιλ το 1931. Απελάθηκε από την Αυστραλία το '32 κι
επέστρεψε στην Ιταλία, όπου ήδη είχε ζήσει από παιδί με τον πατέρα του από το
τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ώς την άνοδο του
φασισμού. Η ικανοποίηση με την οποία διαβάζετε, γιατρέ, σαν να επρόκειτο για
δικά Σας δεδομένα, δεν σας αφήνει να διακρίνετε ούτε αυτά τα σβησίματα, ούτε
αυτές τις διορθώσεις.
Δική Σας η τιμή, παρά δική μου· είμαι
λίγο άπειρος στο χειρισμό αυτού του πράγματος, με όλα αυτά τα πλήκτρα, κι αν
δεν μου είχαν πει ότι το όνομά του είναι PC, όπως κι
εκείνου του άλλου, ούτε που θα δοκίμαζα. Πληροφοριακή ψυχοθεραπεία, νέες
τεχνολογικές θεραπείες για τις ψυχικές διαταραχές. Έτσι είναι πολύ πιο εύκολο
να παραποιήσεις ένα φάκελο. Αρκεί ένα χτύπημα σε κάνα δυο πλήκτρα, αντί για
όλες αυτές τις ανούσιες παραπλανητικές κινήσεις, προκειμένου να στραφεί αλλού η
προσοχή του δράκου και να κλαπεί ο θησαυρός, και είσαι εσύ που μπαίνεις μέσα σε
αυτόν το φάκελο, στη ζωή σου, και τη διασκευάζεις και την επινοείς κατά το
δοκούν. - Ε, μονάχα κάποια μικροαλλαγή στο χρόνο και
τον τόπο και κάποιο ψεύτικο όνομα για συγκάλυψη· δεν θεώρησα κατάλληλη την
περίσταση να επιφέρω σημαντικές αλλαγές, κάτι που εξάλλου δεν θα μπορούσα να
κάνω. Σε κάθε περίπτωση δεν έχω πολλές αντιρρήσεις για το περιεχόμενο του
φακέλου μου. Λοιπόν...
Εργάσθηκε για ένα διάστημα στα καρνάγια
του Μονφαλκόνε και στη ναυτιλιακή εταιρία Σιντάρμα. Απολύθηκε μετά τη σύλληψη για αντιφασιστική
προπαγάνδα και δράση. Μέλος του παράνομου κομμουνιστικού κόμματος. Συνελήφθη
αρκετές φορές. Το επιβεβαιώνω. Συμμετείχε στον πόλεμο της Ισπανίας. Στρατιωτική
θητεία στη Γιουγκοσλαβία· μετά την 8η Σεπτεμβρίου, αντάρτης. Εξορίσθηκε
στο Νταχάου. Το '47 μετανάστευσε μαζί με τους δύο χιλιάδες «Μονφαλκονέζους»
στη Γιουγκοσλαβία για να οικοδομήσει το σοσιαλισμό. Εργάσθηκε στο νεώριο του Φιούμε.
Μετά τη ρήξη ανάμεσα στον Τίτο και τον
Στάλιν, συνελήφθη από τους Γιουγκοσλάβους ως αντικομφορμιστής και εκτοπίσθηκε
το '49 στο γκουλάγκ του Γκόλι
Οτόκ στο Γυμνό ή Φαλακρό Νησί, στο Κουαρνέρο. Υποβλήθηκε, όπως και οι άλλοι, σε απάνθρωπη και
εξαντλητική εργασία, σε κακοποίηση και βασανιστήρια. Πιθανότατα να ανάγονται σε
εκείνη την περίοδο οι παραληρηματικές του κρίσεις και η έντονη μανία
καταδίωξης. Θα ήθελα να δω Εσάς, δόκτωρ Ουλτσιγκράι,
έπειτα από μια παρόμοια μεταχείριση στο Νταχάου και το Γκόλι
Οτόκ: εντατική θεραπεία, διπλή δόση. Πρόσωπα να
ενημερωθούν, κανένα. Ακριβώς, κανένα. Συν τοις άλλοις, θα ήταν επικίνδυνο να
υπήρχε κάποιος που να 'ξερε για μένα - αργά ή γρήγορα ο καθένας είναι έτοιμος
να ανοίξει το στόμα του, πεπεισμένος ίσως ότι πράττει ορθά, γιατί του είπαν ότι
είσαι εχθρός του λαού, προδότης.
Μετανάστευσε στην Αυστραλία το 1951. Σωματοδομή εξαιρετικά στιβαρή. Ουλή από φυματίωση των
οστών, από την περίοδο του Νταχάου. Άλλες ουλές σε διάφορα σημεία του σώματος.
Τάση μυθομανίας: υπερβάλλει για τις προσωπικές κακουχίες. Εύκολο να το πει
κάποιος που δεν βρέθηκε μέσα ούτε για μια μέρα. Παρανοϊκές ιδέες - βέβαια, αφού
πέρασα απ' όλα τα λάγκερ του κόσμου, έχω τη μανία να
νομίζω ότι θέλουν να με καταδιώκουν. Εμμονές από την εκτόπιση στο Γκόλι Οτόκ από τους
Γιουγκοσλάβους το '49. Ενδεχομένως να αναρωτηθείτε γιατί αυτή η εμμονή, άλλη
μια ωραία ρητορική ερώτηση...
Όπως και να 'χει, αυτές οι ρητορικές
ερωτήσεις -θα πρέπει να ήταν ο αιδεσιμότατος Μπλαντ
που μου είπε ότι τις αποκαλούν έτσι- μου αρέσουν, γιατί διδάσκουν ότι στις
ερωτήσεις δεν υπάρχει ποτέ απάντηση, εκτός κι αν κάποιος την έχει ήδη στο μυαλό
του και τη δίνει από μόνος του, όπως κάνετε συχνά Εσείς βάζοντάς τη στο στόμα
μου· σ' αυτή την περίπτωση όμως είναι μάταιο να ρωτάω. Μπορεί, όμως, κι
όχι· κάνει καλό να ακούμε μια απάντηση που ήδη ξέρουμε· μονάχα η φωνή
μας ακούγεται, όπως όταν φωνάζουμε κόντρα στον άνεμο σκαρφαλωμένοι στο κατάρτι
του πλοίου. Καθώς η κραυγή χάνεται στη θάλασσα, αυτό που φώναξες το άκουσες
μονάχα εσύ, αλλά δεν είσαι πολύ σίγουρος ότι ήταν η φωνή σου· ίσως η πνοή
του ανέμου να έφερε στα αυτιά σου τα λόγια κάποιου άλλου, από την πλώρη κάποιου
άλλου πλοίου χαμένου πέρα από τον ορίζοντα, όπως τα αναρίθμητα που είδα να
χάνονται τα χρόνια που πέρασα στους ωκεανούς· το πλοίο πλέει γοργά κι
αφήνει πίσω του τις φωνές που βγαίνουν από τη γέφυρα και από το αμπάρι, πουλιά
που πετούν πάνω από την πρύμνη και μετά μένουν πίσω χαμένα. Για λίγο ακόμα
μπορείς να ξεχωρίζεις τις φωνές, μετά γίνονται μια ακαθόριστη στριγκλιά, ο
αέρας σε χτυπάει κατάφατσα και τα φτερά των πουλιών στριγκλίζουν μες στα αυτιά
σου· φωνές, κραυγές, λέξεις, όλα μαζί ένας άγριος συρφετός που μαστιγώνει
το μυαλό σου.
Σ' όποιον κι αν ανήκει, μια φωνή είναι σε
κάθε περίπτωση μια ανακούφιση ύστερα από τις ώρες που είσαι κλεισμένος μόνος σ'
ένα σκοτεινό δύσοσμο κελί ή καρφωμένος εκεί πάνω στο κατάρτι, καθώς τα τεράστια
κύματα ορμούν ψηλά, υπόκωφες και αφρισμένες κανονιές ενάντια στα τείχη των
νεφών. Σηκώνεται ένας χαλασμός από φωνές, από σένα μόνο ή από πολλά στόματα μαζί
-όχι, δεν είμαστε ποτέ μόνοι, υπάρχει πάντα κάποιος που μας κάθεται στο
σβέρκο-, μα δεν υπάρχει ποτέ κάποιος να σου απαντήσει όταν ζητάς κάτι που
χρειάζεσαι. Όλοι βουβοί, όπως ο σερ Τζορτζ που σωπαίνει όταν λαμβάνει την
έκκλησή μου να μεταβιβάσει στο Λονδίνο την αίτηση χάριτος που υποβάλλω, έπειτα
από αρκετά χρόνια εγκλεισμού εδώ κάτω.
Ακόμη και τον Αγαμέμνονα με τον Αχιλλέα
-τους οποίους, όπως διάβασα σ' αυτό το κείμενό μου, τους βάζω στο παιχνίδι
λέγοντας ότι μόνο ήρωες και βασιλιάδες όπως εκείνοι χρειάζονται έναν Όμηρο για
να υμνήσει τα κατορθώματά τους- τους έβαλα για να εντυπωσιάσω τον Κυβερνήτη κι
εκείνους της Εταιρίας της Γης του Βαν Ντίμεν. Πρέπει
να το βάλουν στο μυαλό τους, και να το θυμούνται, ότι ξέρω να μεταχειρίζομαι
όχι μόνο το τσεκούρι για να επισκευάζω την ποδιά ενός κουπιού ή να ανοίγω δρόμο
μέσα στο δάσος -και μάλιστα καλύτερα από άλλους καταδίκους- αλλά και την
πένα· είναι αλήθεια ότι μπάρκαρα στα δεκατέσσερά μου πάνω σ' ένα αγγλικό
καρβουνιάρικο που μετέφερε πρώτη ύλη από το Νιούκασλ
στην Κοπεγχάγη και ταξίδευα επί τέσσερα χρόνια ανάμεσα στο Λονδίνο και τη
Βαλτική· και βιβλία όμως διάβασα -κι έγραψα- και γνωρίζω τους αρχαίους
ίσως καλύτερα απ' όσο ο εφημέριός μας Μπόμπι Νόπγουντ γνωρίζει τη Βίβλο.
Με αυτούς τους ανθρώπους της υποστάθμης,
όμως, είναι χαμένος κόπος. Τα μοναδικά βιβλία που ξέρουν να διαβάζουν είναι τα
κατάστιχα με τους λογαριασμούς της Εταιρίας, με τα μεγάλα κέρδη από το
μονοπώλιό της, καθώς και τα ημερολόγια του Ναυαρχείου. Ο σύντροφος Μπλάσιτς -καθηγητής Μπλάσιτς,
καθηγητής Λυκείου- ήταν ένας αλητήριος και μ' έστειλε, νομίζω επίτηδες, σ'
εκείνη την κόλαση του Γκόλι Οτόκ,
αλλά τουλάχιστον με τα Ελληνικά και τα Λατινικά του ήξερε να εκτιμάει την
κουλτούρα· εξάλλου, το Κόμμα θαύμαζε και δίδασκε το θαυμασμό για τους
διανοούμενους, ακόμη κι όταν τους έκλεινε το στόμα, ίσως για πάντα. Μα τι σχέση
έχει αυτό τώρα, γιατί με ρωτάτε για τον Μπλάσιτς,
είναι μια άλλη ιστορία, τι σχέση έχω εγώ, αφήστε με να ανασάνω, μη με
μπερδεύετε, έχω ήδη αρκετά από μόνος μου, όπως όλοι, εξάλλου...
Αφήστε με μόνο να τελειώσω· μιλούσα
για τον Αχιλλέα και τον Αγαμέμνονα, οι οποίοι για την καταγραφή των
κατορθωμάτων τους έχουν έναν Όμηρο σε πρώτη ζήτηση, ενώ εγώ πρέπει να κάνω τα
πάντα μόνος: να ζω, να πολεμώ, να χάνω, να γράφω. Το θεωρώ, πάντως, δίκαιο. Θα
ήταν άκομψο αν οι ίδιοι, ανάμεσα σε μάχες, εμφανίσεις θεών και καταστροφές
οικογενειών και πόλεων, κάθονταν να γράψουν και τα πεπραγμένα της ημέρας·
θα ήταν σαν να πήγαιναν οι ίδιοι προσωπικά να περιθάλψουν τους τραυματίες και
να θάψουν τους πεσόντες. Γι' αυτές τις δουλειές είχαν τους σκλάβους που ήταν
αφιερωμένοι στον Ασκληπιό και τους νεκροθάφτες, όπως είχαν κι αυτούς που
τεμάχιζαν το κρέας για το γεύμα και τον αοιδό που τραγουδούσε στο τέλος του
γεύματος κι έβαζε σε μια τάξη τη ζωή τους, ενώ εκείνοι τον ακούγανε
αποχαυνωμένοι από την υπνηλία.
Πράγματι, η υπνηλία είναι βασιλικό
χαρακτηριστικό. Τα πράγματα σου ξεγλιστρούν βουβά, σαν να τρέχουν πίσω από μια
χιονοστιβάδα· κάνε αυτό που πρέπει να κάνεις, ακόμη και να σκοτώσεις ή να
πεθάνεις, αλλά με απραγμοσύνη. Οι πλούσιοι, οι ισχυροί, την κατέχουν αυτή τη
μακάρια αδιαφορία, αλλά πάντα βρισκόμαστε εδώ εμείς, οι καταραμένοι της γης,
για να την κομματιάζουμε· μα την κατέχω κι εγώ αυτή την υπέρτατη αρετή,
και γι' αυτό βρίσκομαι ακόμη εδώ, ανάμεσα σε τόσα πράγματα που με καταπλακώνουν
ανέκαθεν από παιδί, όπως η οροφή της Αίθουσας των Ιπποτών, οι τοίχοι και τα
βαριά πορτρέτα που τυλίχτηκαν στις φλόγες στην πυρκαγιά του Βασιλικού Παλατιού
του Κρίστιανσμποργκ στην Κοπεγχάγη, κι εγώ μένω
αδιάφορος για τη μανία της φωτιάς και την καταστροφή, για τον Μαύρο Πύργο που
καταρρέει με πλαταγή, για τα πύρινα βλήματα που πέφτουν βροχή πάνω στο κεφάλι
μου· παιδί, μα ήδη βασιλικά ληθαργικός μέσα στο πανδαιμόνιο της
καταστροφής, εγώ που στη συνέχεια βασίλεψα στην Ισλανδία για τρεις εβδομάδες,
αδιάφορος ακόμη και για τη γελοία σύντομη βασιλεία μου, βασιλιάς μόνο γι' αυτή
την υπνηλία, που προστάτεψε την καρδιά μου από την οξεία εχθρότητα των
πραγμάτων... Πώς; Όχι, γιατρέ, μην απατάσθε, τα χάπια σας και τα σιρόπια σας
δεν έχουν σχέση, αυτή η ηρεμία είναι δικό μου προτέρημα - και για την υπόλοιπη
ζωή, σκλάβος κωπηλάτης, ναύτης δεύτερης διαλογής, έγκλειστος, καταδικασμένος να
μανουβράρω τα πανιά, να κόβω δέντρα στο δάσος, να σπάζω πέτρες, να μαζεύω άμμο
στην παγωμένη θάλασσα, να γράφω και...
Κι όλος αυτός ο υπόκοσμος θέτει εν αμφιβόλω τον αφορισμό με τον οποίο αρχίζει η αυτοβιογραφία
μου - που τον έγραψα μόνο για εκείνους, γιατί το θέλησε ο δόκτωρ Ρος για το Ημερολόγιο του Χόμπαρτ
Τάουν. Εκείνος ο άγνωστος εισβολέας, που διασκεδάζει να με κεντρίζει με
μηνύματα που με μιμούνται, όταν μας οδηγείτε στη μεγάλη αίθουσα και μας βάζετε
να παίζουμε μπροστά σ' εκείνες τις οθόνες, δεν απαντάει ποτέ στις ερωτήσεις
μου, παρά επαναλαμβάνει πάντα όσα λέω. Επανέλαβε κι αυτή τη φράση και βρήκε
αμέσως την ευκαιρία να με ψέξει. Εννοείται ότι δεν είναι αλήθεια, κανένας δεν
μπορεί να αφηγηθεί την ιστορία του ούτε να γνωρίσει τον εαυτό του. Δεν μπορεί
να ξέρει κάποιος πώς είναι η φωνή του· είναι οι άλλοι που την αναγνωρίζουν
και την ξεχωρίζουν. Είστε Εσείς που ξέρετε πότε μιλάω, όπως εγώ γνωρίζω Εσάς,
τους άλλους, όχι εμένα. Πώς θα μπορούσε ο Αχιλλέας να αφηγηθεί την οργή του;
Εκείνο το λυσσασμένο ντελίριο, γι' αυτόν, είναι κάτι που του σφίγγει το στομάχι
και κάνει να τρέμουν τα μελανιασμένα του χείλια, όπως όταν κάνουμε εμετό επειδή
το καράβι χορεύει πάνω στα κύματα ή επειδή ήπιαμε πάρα πολύ, όπως έκανε η Νόρα μου, όταν είχε άδεια εξόδου από το στρατόπεδο
καταδίκων και πήγαινε στο Γουότερλο Ιν, κι όχι μόνο εκεί· κι εγώ πήγαινα μαζί της,
εντάξει, μα το έκανα επειδή ήταν γυναίκα μου -δεν είχα άλλο τρόπο να δείξω ότι
τη σέβομαι μπρος σ' όλους εκείνους που χασκογελούσαν στην ταβέρνα, γιατί ήξεραν
πλέον πού θα κατέληγε όταν άρχιζε να πίνει- και όχι επειδή ήθελα να μεθοκοπάω
μαζί της. Ενωμένοι διά βίου, αυτός ήταν ο δρόμος μας, ο δρόμος στον οποίο
πορευόμασταν μαζί, ένας άντρας και μια γυναίκα στα δεσμά. Αλλά δεν μπορώ να πω
αν, όταν έβαζα στη θέση του όλον αυτό το συρφετό, ήμουν ένας άντρας που μάχεται
για την τιμή του, ορθώνοντας το ανάστημα στην ακατονόμαστη αισχύνη της
δυστυχίας, ή απλώς ένας μεθύστακας που δεν κατάφερνε ν' αρθρώσει λέξη και
προσπαθούσε να απαντήσει με στόμφο στον υπόκοσμο, που τον χλεύαζε και του έκανε
υποκλίσεις αποκαλώντας τον βασιλιά της Ισλανδίας.
Μάλιστα, γιατρέ, θα μιλήσουμε γι' αυτή την
ιστορία γύρω από την Ισλανδία, ούτε να περνάει από το μυαλό σας ότι δεν θέλω να
μιλήσω για την πιο όμορφη ιστορία της ζωής μου. Είδα ότι ενδιαφέρει πολύ, είναι
πολλοί και στο βίντεό σας που θέλουν να την ακούσουν και πιθανόν να την
επαναλάβουν με τον τρόπο τους. Μόλις τη διάβασα κατάλαβα ποιοι είναι - δηλαδή
μόλις την ξαναδιάβασα, γιατί εγώ ο ίδιος την έγραψα. Το ξέρω, την έγραψε κι ο Χούκερ, ο μεγάλος επιστήμονας που αποτελούσε μέλος της
αποστολής και με τίμησε με τη φιλία του, μόλο που, για να πω την αλήθεια,
ανακάτεψε λιγάκι τα σχετικά με τις περιπέτειές μου και παραποίησε την ιστορία
εκείνης της μεγάλης επανάστασης - όλοι παραποιούν την επανάσταση, γεμίζοντας
μουντζούρες κακεντρέχειας και ανακρίβειας αυτόν που προσπάθησε να απελευθερώσει
τον κόσμο. Έτσι, αποφάσισα να γράψω ο ίδιος όσα συνέβησαν αληθινά, την ιστορία
μου - κάθε πράγμα στην ώρα του, όμως, και η Ισλανδία με τη σειρά της, για να
μην ανακατευτούν τα γεγονότα που είναι ήδη μπερδεμένα σαν κουβάρι. Κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ, όμως είναι δύσκολο να βάλω σε μια
σειρά τέτοια πληθώρα συμβάντων.
Ούτε κι εγώ καταλαβαίνω πάντα όσα μου
συμβαίνουν κι όσα περνάνε από το μυαλό μου, μολονότι πρέπει συνεχώς να παίρνω
την πένα για να αποκαθιστώ τις ανακρίβειες και τα ψεύδη που είναι γραμμένα για
λογαριασμό μου απ' όλους, από εκείνον τον άγνωστο που διανοήθηκε να ανατυπώσει
το βιβλίο μου για τη χριστιανική θρησκεία ως φυσική θρησκεία, προσθέτοντας με
το χέρι του μια δυσφημιστική μου βιογραφία, μέχρι όλα εκείνα τα δηλητηριώδη και
ψευδή άρθρα που εμφανίστηκαν στο Μπόρμπα, στη Βότσε ντελ Πόπολο και ποιος ξέρει
πού αλλού ακόμη. Το ξέρω, στη συνέχεια μετανόησαν, όλοι μετανοούν όταν είναι
ανώφελο πια. Στο μεταξύ, όμως... Ψέματα για μένα, για μας. Ότι ήμασταν
πράκτορες του Στάλιν ή μασκαρεμένοι φασίστες κι ότι δεν μας είχε στείλει το
Κόμμα στη Γιουγκοσλαβία, για να μας αναγκάσουν να πούμε ότι ο Τίτο ήταν
προδότης της επανάστασης, πουλημένος στη Δύση. Κι όταν γύρισα από το Γκόλι Οτόκ, πολλοί σύντροφοι
έκαναν πως δεν έτρεχε τίποτα. Μάλιστα συνωμότησαν ώστε κανένας, τουλάχιστον στα
μέρη μας, να μη μου δώσει την παραμικρή δουλειά, κι έτσι επέστρεψα εδώ κάτω,
στην άλλη μεριά της Γης, στην Τασμανία μου.
Ονομαζόταν και Γη του Βαν Ντίμεν, μα παλιότερα, σε
χρόνο αλλοτινό.
Τουλάχιστον έτσι νομίζω. Δεν είμαι
σίγουρος, παρόλο που έχω αναδιαρθρώσει γεγονότα και χρονολογίες, με άλλα λόγια
παρόλο που τώρα επαναλαμβάνω την αληθινή και ακριβή ιστορία της ζωής μου, καθώς
τη γράφω ή την υπαγορεύω σ' αυτό το μαγνητόφωνο, όταν μιλάμε μαζί. Στο μεταξύ
θα ασχοληθείτε εσείς με τη μεταφορά της στο δίκτυό σας και με τη μεταγραφή της
κατά το δοκούν σ' εκείνες τις μικρές οθόνες σας, μάλιστα σας ευχαριστώ για τον
δικτυακό τόπο που θελήσατε να μου αφιερώσετε. Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό, μα μου
αρέσει η φράση «δικτυακός τόπος». «Τρεις ναυτικοί πάνε στην Αίγυπτο / ω, τι
ωραίο τόπο / που πάνε να δουν...». Γνωρίζετε αυτό το τραγούδι; Το έλεγαν στα
μέρη μας κάποτε. Αν θέλετε σας το τραγουδώ, και το μαγνητοφωνείτε. Ούτως ή
άλλως μετά μπορείτε να γράψετε ό,τι θέλετε ή όπως το
θέλετε. Όταν πατάω τα πλήκτρα, όπως μου μάθατε, και ξαναδιαβάζω και ξανακούω τα
λόγια μου, ανακαλύπτω συνεχώς καινούργια πράγματα. Όχι, δεν αγωνιώ γι' αυτό,
μείνετε ήσυχοι. Εξάλλου, κατ' εμέ...
Δεν με ενδιαφέρει πολύ αν δεν καταφέρνω να
τη δω, τη ζωή μου, όπως δεν καταφέρνω να δω τον εαυτό μου να πίνει και να
ξυλοκοπάει στην ταβέρνα, στο Γουότερλο Ιν. Όταν γράφω, ακόμη και τώρα που το ξανασκέφτομαι, ακούω
κάτι σαν βουητό, λιανισμένες λέξεις που μισοκαταλαβαίνω,
σαν σκνίπες που έρχονται βουίζοντας γύρω από τη λάμπα στο τραπέζι και πρέπει να
διώχνω συνεχώς με το χέρι, για να μη χάσω το νήμα.
Δεν είναι κάτι καινούργιο, ε; Είναι
γραμμένο και στο φάκελο. Ακούει φωνές που του επαναλαμβάνουν όσα σκέφτεται.
Είναι αλήθεια, τις ακούω. Εσείς όχι, γιατρέ. Στερεότυπο, παραισθησιακό. Κρίσεις
παραληρήματος. Δεν μου κάνει εντύπωση, είμαι συνηθισμένος στις προσβολές.
Δείχνει -δείχνω- μια οξυδέρκεια, με μια προφανή ιδεο-συναισθηματική
αποσύνδεση που διαταράσσει τον χωροχρονικό
προσανατολισμό του, νοητικές εικόνες που δεν καταφέρνει να τοποθετήσει στο
πλαίσιο της ατομικής υπαρξιακής εμπειρίας, αλλά προσπαθεί να επεξεργαστεί σ'
ένα παραληρηματικό μυθιστόρημα. Δεν είναι καθόλου απρόθυμος να το αφηγηθεί,
τόσο προφορικά, στο μαγνητόφωνο, όσο και γραπτά· κάποιες φορές και στον
υπολογιστή που, με λίγη βοήθεια και μαζί με τους άλλους, στη διάρκεια των
συνεδριών πληροφοριακής ψυχοθεραπείας, καταφέρνει να τον κουτσοχρησιμοποιεί.
Δείχνει πεπεισμένος ότι βρίσκεται ακόμη στην Αυστραλία και κυρίως ότι είναι ο
κλώνος κάποιου Γιόργκεν Γιόργκενσεν,
ενός τυχοδιώκτη που εξορίστηκε και πέθανε στην Τασμανία
στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, του οποίου άλλες φορές λέει ότι διάβασε,
άλλες φορές ότι έγραψε την αυτοβιογραφία - σαν να μην μπορούσε να γράψει και
στη συνέχεια να διαβάσει το ίδιο βιβλίο, τι ιδέα!
Μα ακόμη κι αν την είχε διαβάσει προτού τη
γράψει, δεν θα άλλαζε τίποτα. Είναι πολύ δύσκολο να προσδιορίσει κανείς τι
προηγείται και τι έπεται, το Γκόλι Οτόκ, το Νταχάου ή το Πορτ Άρθουρ. Ο πόνος είναι πάντα παρών, εδώ και τώρα. Έχει -έχω,
θα είχα- την αίσθηση ότι δεν του έχουν πει την αλήθεια για την καταγωγή του. Θα
ήθελα να δω Εσάς, γιατρέ, αν Σας έλεγαν πότε και γιατί αρχίσατε να είστε
προδότης, αν ισχυρίζονταν ότι σας αφηγούνται όσα κάνατε και θέλατε να κάνετε,
τα παρελθόντα και μελλοντικά εγκλήματά Σας, όπως εκείνοι της UDBA προσπαθούσαν να μου εξηγήσουν - κι Εσείς πιστεύετε ότι
ξέρετε καλύτερα από μένα ποιος είμαι και ποιος δεν είμαι. Η δική Σας, δηλαδή
δική μου, Νοσολογική Ιστορία, αρ. πρωτ. 485, αυτή κι
αν είναι ένα ωραίο μυθιστόρημα...
Kι εγώ
έχω τις δυσκολίες μου. Όταν στο Νιουγκέιτ, μέσα σ'
εκείνο το συρφετό κλεφτών και δολοφόνων -τους έκανα να με σεβαστούν από την
πρώτη κιόλας στιγμή· δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς καθώς με είδαν να
αψηφώ και να σκορπώ το θάνατο πάνω στη γέφυρα του Άντμιραλ
Τζουλ ή του Σερπράιζ, υπό δανική
και βρετανική σημαία- όταν λοιπόν στο κελί του Νιουγκέιτ,
όπου με είχαν κλείσει αδίκως οι δικαστές της Αυτού Μεγαλειότητος
του Γεωργίου Δ΄, έγραφα για την αλήθεια της θρησκείας
μας που είναι αποκεκαλυμμένη στις Γραφές και στη φύση, κατάλαβα ότι οι προφήτες
ακούνε το λόγο του Θεού, που φτάνει σε αυτούς τρομερός, μια βροντή στ' αυτιά
τους, και για να τον μεταδώσουν στους υπόλοιπους γυρίζουν από την άλλη μεριά,
απευθύνονται σ' εκείνους που έχουν παραμείνει στα ριζά του βουνού, κοιτώντας
χαμηλά, όπως ο αιδεσιμότατος Μπλαντ όταν κηρύττει από
τον άμβωνα της εκκλησίας της φυλακής, και τον επαναλαμβάνουν, μα ο λόγος,
βγαίνοντας από το στόμα τους, φτάνει κάτω μουντός, παραμορφωμένος· δεν
είναι πια ο λόγος του Θεού, αλλά ο λόγος κάποιου άλλου. Αυτό μου συμβαίνει όταν
βρίσκω τις λέξεις με τις οποίες προσπαθώ να αφηγηθώ τη διαδρομή μου· έχω
την αίσθηση ότι δεν τις αναγνωρίζω πια, ούτε τις λέξεις ούτε τη διαδρομή μου.
Ποιος μου ρίχνει στο στόμα αυτές τις μπάλες από λάσπη, κόλπος, μποϊκότ, επανάσταση, λέξεις, τούρτες κατά πρόσωπο, τι
παράξενη γεύση έχουν, δεν μπορώ να μαντέψω τι είναι, καλύτερα να τις καταπιώ,
να τις κατεβάσω κάτω αμέσως... Ο Σερ Τζορτζ, ο φωτισμένος κυβερνήτης της
αυστραλιανής παροικίας μας, είπε μια φορά, με καλοκάγαθη διάθεση, ότι οι
περιπέτειές μου του φαίνονταν απίστευτες, έκτοτε δε κι εγώ ο ίδιος άρχισα να
δυσκολεύομαι να τις πιστέψω· όταν τις σκέφτομαι μου ανεβαίνουν πάνω σαν
εμετός, ποιος ξέρει τι έκφραση έχω όταν νιώθω το βάρος τους στο στομάχι μου.
Από χθες βρέχει, το νερό πέφτει ασταμάτητα
και ταλανίζει τα φύλλα των ευκάλυπτων και τις φτέρες,
φωτεινά κι ακτινοβόλα στη σκοτεινή ατμόσφαιρα της υγρασίας, ένα αδιαπέραστο
τείχος νερού, κι όλα βρίσκονται από την άλλη μεριά, τα πρόσωπα, οι φωνές, τα
χρόνια... ακόμη και η Ίστρια, εκεί πάνω, βρίσκεται
από την άλλη μεριά, σ' έναν άλλον κόσμο, είναι παράξενο πόσο καλά νομίζω πως τη
βλέπω από εδώ, κοντινή, όπως όταν την κοιτάζει κανείς από το ακρογιάλι της
Μπάρκολα30, αλλά μετά εξαφανίζεται, ξεθωριάζοντας. Υπήρχαν πολλοί μαύροι κύκνοι
εκείνη τη μέρα που ανεβήκαμε με το Λέιντι Νέλσον την
εκβολή του Ντέργουεντ Ρίβερ, πριν από έναν αιώνα,
ίσως δύο, σμήνη από μαύρους κύκνους στον ουρανό, και κάθε τόσο χτυπούσα έναν.
Το κρέας τους είχε αψιά γεύση, άγρια, πετούσα κανένα κομμάτι στους
αλυσοδεμένους καταδίκους που είχαμε έρθει να ξεφορτώσουμε και μασουλούσαν τις
γαλέτες τους. Οι όχθες του Ντέργουεντ Ρίβερ ήταν
σκεπασμένες από νοτισμένη, αστραφτερή και πυκνή βλάστηση, καταρράκτες λευκού
σαν το χιόνι νερού έπεφταν στο ποτάμι, σηκώνοντας μια υγρασία που σπιθοβολούσε
στον ήλιο, κομμένοι κορμοί μπερδεύονταν στο ρεύμα που σχημάτιζε δαχτυλίδια
σκοτεινού νερού, κάποια καγκουρό κρύβονταν στα σύδεντρα. Εκεί όπου τώρα υπάρχει
το Χόμπαρτ Τάουν έστεκε το δάσος με τη θαλερή αταξία
του, το φως τρύπωνε και χανόταν όπως τα πουλιά στα πλεγμένα κλαδιά, μανιτάρια
και λειχήνες γαντζώνονταν πάνω σε γιγάντια αιωνόβια δέντρα.