Φεβρουάριος, 1945

Το κορίτσι αισθάνθηκε το κρύο να ανεβαίνει στο πόδι της και να σέρνεται στην πλάτη της. Προσπάθησε να βολευτεί στο μπροστινό κάθισμα, για να μπορεί να βλέπει καλύτερα έξω. Συγκεντρώθηκε στην εξερεύνηση του λευκού χιονισμένου τοπίου, αλλά δεν διέκρινε κανένα ζωντανό πλάσμα. Κάνει υπερβολικό κρύο έξω, σκέφτηκε, καθώς της πέρασε η σκέψη να βγει από το αυτοκίνητο και να ξαναμπεί στο σπίτι. Από την άλλη, δεν τολμούσε να πει κουβέντα. Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της,  καθώς ο άντρας που καθόταν στη θέση του οδηγού προσπαθούσε να βάλει μπρος το αμάξι. Έσφιξε τα χείλη κι έστρεψε το βλέμμα αλλού, για να μη φανεί το δάκρυ της. Φοβήθηκε ότι θα τον θύμωνε πολύ. Κοίταξε το σπίτι δίπλα στο αυτοκίνητο κι έψαξε με το βλέμμα το άλλο κορίτσι, αλλά το μόνο ζωντανό πλάσμα που μπόρεσε να δει ήταν ο Σνούντουρ, ο σκύλος. Κοιμόταν ξαπλωμένος στα σκαλιά της εισόδου. Ξαφνικά, το ζώο τινάχτηκε όρθιο και κάρφωσε τα μάτια του πάνω της. Η μικρή τού έστειλε ένα αδύναμο χαμόγελο. Ο σκύλος ξάπλωσε ξανά κι έκλεισε τα μάτια.

Το αυτοκίνητο ξεκίνησε μ' ένα τράνταγμα, και ο άντρας τεντώθηκε στο κάθισμα.

«Καιρός ήταν», είπε με φωνή βαθιά και σκοτεινή, εγκαταλείποντας το σημείο όπου είχε παρκάρει. Κοίταξε για μια στιγμή το κορίτσι, που είχε γυρισμένη την πλάτη του.

«Θα πάμε μια βολτίτσα, λοιπόν». Η μικρή κοκάλωσε στο κάθισμά της καθώς άφηναν τον ανώμαλο και απομονωμένο δρόμο που οδηγούσε στο σπίτι.

«Φρόντισε να κάτσεις καλά», της είπε ο άντρας χωρίς να την κοιτάξει.

Το αυτοκίνητο βγήκε επιτέλους στη λεωφόρο. Και οι δύο έμειναν αμίλητοι για αρκετά μεγάλο διάστημα. Η μικρή κοιτούσε από το παράθυρο με την ελπίδα να δει κάποιο άλογο, αλλά παντού βασίλευε η ερημιά. Ξαφνικά, η καρδιά της αναπήδησε καθώς συνειδητοποιούσε τι συνέβαινε.

«Στο σπίτι μου πηγαίνουμε;» ρώτησε με ψιλή φωνούλα και τα μάτια ορθάνοιχτα.

«Θα μπορούσες να το πεις κι έτσι».

Η μικρή τεντώθηκε περισσότερο, για να παρατηρήσει καλύτερα το τοπίο που ξετυλιγόταν μπροστά στα μάτια της· έβλεπε γνωστές εκτάσεις γης, ενώ στο βάθος διακρινόταν το βραχώδες ύψωμα που η μαμά της έλεγε πως ήταν μια δράκαινα που είχε πετρώσει. Έσκυψε μπροστά, για να βλέπει καλύτερα. Πάνω σ' ένα μικροσκοπικό λόφο εμφανίστηκε ένα αμάξι που κατευθυνόταν προς το μέρος τους. Ο άντρας βολεύτηκε στο κάθισμά του και την πρόσταξε να σκύψει. Η μικρή υπάκουσε χωρίς δεύτερη σκέψη, αφού πια είχε συνηθίσει να κρύβεται. Αναμφίβολα ο άντρας θα σκεφτόταν αυτό που  έλεγε συχνά ο παππούς, πως ο στρατός δεν είχε φέρει τίποτα καλό. Η μαμά της, τής είχε πει χαμηλόφωνα κάποια φορά ότι οι στρατιωτικοί ήταν κανονικοί άνθρωποι σαν τον παππού. Μα πιο νέοι και πιο όμορφοι. «Σαν κι εσένα». Το κορίτσι θυμόταν το όμορφο χαμόγελο που της είχε χαρίσει η μητέρα της.

Το κοριτσάκι άκουσε το θόρυβο του άλλου αυτοκινήτου καθώς πλησίαζε να δυναμώνει προοδευτικά, μέχρι που τα δύο οχήματα διασταυρώθηκαν, και μετά να μειώνεται, καθώς απομακρύνονταν. Ανασηκώθηκε ξανά στο κάθισμα.

«Μπορείς να ισιώσεις την πλάτη σου», είπε ο οδηγός, την ίδια σχεδόν στιγμή. «Ξέρεις πόσων χρόνων είσαι;»

«Τεσσάρων», απάντησε εκείνη προσπαθώντας να αρθρώσει σωστά, όπως της είχε μάθει ο παππούς της.

Ο άντρας μουρμούρισε κάτι.

«Παραείσαι καχεκτική για τεσσάρων χρόνων». Το κορίτσι δεν κατανόησε τη λέξη, αλλά κατάλαβε πως δεν πρέπει να σήμαινε κάτι καλό. Δεν απάντησε. Σιωπή.

«Θέλεις να ξαναδείς τη μαμά σου;»

Η μικρούλα γούρλωσε τα μάτια και κοίταξε τον άντρα. Πήγαιναν να δουν τη μαμά της; Αυτή η σκέψη την έκανε να αισθανθεί καλύτερα. Έγνεψε ζωηρά με το κεφάλι.

«Το φανταζόμουν», απάντησε ο άντρας με το βλέμμα καρφωμένο στο δρόμο. «Θα τη δεις αργότερα».

Το κορίτσι δεν αισθανόταν πια το κρύο στα πόδια της. Τώρα θα ξαναγίνονταν όλα καλά. Έστριψαν σ' ένα δρόμο που γνώριζε τέλεια. Είδε το αγρόκτημά τους και χαμογέλασε για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό. Το αυτοκίνητο πλησίασε αργά μέχρι που σταμάτησε. Η μικρή κοίταξε μαγεμένη το επιβλητικό σπίτι. Είχε κάτι που το έκανε θλιμμένο και μοναχικό. Δεν φαινόταν φως, ούτε κι έβγαινε καπνός από την καμινάδα.

«Η μαμά είναι εδώ;» ρώτησε παραξενεμένη. Ένιωθε πως συνέβαινε κάτι περίεργο από τότε που είχε δει τη μαμά της ξαπλωμένη στο κρεβάτι του υπνοδωματίου στο σπίτι του άντρα. Άρρωστη. Όπως είχε γίνει και με τον παππού. Ήταν άρρωστη και κανείς δεν έδειχνε να θέλει να τη βοηθήσει, πέρα από κείνη. Υπήρχε η καλή πιθανότητα η μαμά να είχε γυρίσει στο σπίτι, τη νύχτα που είχε εξαφανιστεί από το κρεβάτι. Αλλά γιατί την είχε αφήσει με αυτόν τον άντρα; Ποτέ δεν θα έκανε κάτι τέτοιο.

«Η μαμά σου δεν είναι εδώ ακριβώς. Αλλά θα τη δεις. Θα μπορείτε να είσαστε συνέχεια μαζί». Στα χείλη του σχηματίστηκε ένα μειδίαμα, που έκανε τη χαρά της μικρής να εξαφανιστεί, και να μην τολμήσει να ρωτήσει το παραμικρό. Ο άντρας άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και βγήκε. Πέρασε από την μπροστινή πλευρά του αμαξιού και άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού.

«Έλα. Πρέπει να κάνεις ένα ταξιδάκι, για να μπορέσεις να δεις τη μαμά σου». Η μικρή βγήκε πολύ προσεκτικά από το αμάξι. Κοίταξε γύρω της με την ελπίδα να δει κάποιον, ή κάτι, που θα την έκανε να αισθανθεί καλύτερα, αλλά μάταια.

Ο άντρας έσκυψε κι έπιασε το χέρι του κοριτσιού, που φορούσε μονοκόμματα γάντια.

«Έλα, θα σου δείξω κάτι».

Την τράβηξε από το χέρι, με τρόπο που την ανάγκασε να τρέξει πίσω του, για να προλάβει το βήμα του. Κατευθύνθηκαν στο πίσω μέρος του σπιτιού, προς τους στάβλους, απ' όπου αναδυόταν μια απαίσια μυρωδιά, που γινόταν όλο και πιο δυσάρεστη καθώς πλησίαζαν το βουστάσιο. Η μικρούλα ήθελε να κλείσει τη μύτη της, αλλά δεν τόλμησε να κάνει το παραμικρό. Ο άντρας μόρφασε, δείχνοντας ξεκάθαρα πως κι ο ίδιος δυσανασχετούσε από την απαίσια οσμή. Όταν έφτασαν στην πόρτα του στάβλου, ο άντρας έκανε τον κύκλο του κτιρίου για να κοιτάξει από ένα παράθυρο. Το κορίτσι παραήταν μικρό για να τον μιμηθεί. Εκείνος απομακρύνθηκε από το στάβλο σκεπάζοντας το στόμα με το χέρι του. Η μικρή ήλπιζε να μην είχαν πάθει τίποτα κακό οι αγελάδες. Συνειδητοποίησε πως δεν ακουγόταν κανένας θόρυβος από το στάβλο. Μάλλον θα κοιμούνταν. Ο άντρας την τράβηξε βίαια.

«Τι αηδία», είπε. Απομακρύνθηκαν λίγο από το στάβλο μέχρι που εκείνος σταμάτησε και κοίταξε το στρωμένο χιόνι. Χαλάρωσε την πίεση στο χέρι της μικρής. «Πού διάβολο ήταν;» μουρμούρισε εκνευρισμένος, ανακατεύοντας το χιόνι με τη μύτη των παπουτσιών.

Η μικρή έμεινε ακίνητη καθώς ο άντρας συνέχισε να σκάβει γύρω του. Η χαρά που είχε νιώσει την εγκατέλειπε. Η μαμά δεν ήταν εκεί. Δεν μπορούσε να βρίσκεται κάτω από το χιόνι. Ήταν άρρωστη. Σούφρωσε τα χείλη και ρώτησε τον άντρα με σβησμένη φωνή:

«Πού είναι η μαμά;»

«Κοντά στο Θεό», απάντησε εκείνος χωρίς να σταματήσει το σκάψιμο.

«Στο Θεό;» ρώτησε η Κριστίν σαστισμένη. «Και τι κάνει εκεί;»

Ο άντρας άφησε να του ξεφύγει ένα γρύλισμα.

«Πέθανε. Όταν κάποιος πεθαίνει πηγαίνει στο Θεό».

Το κοριτσάκι δεν ήξερε τι σήμαινε αυτό. Δεν είχε δει ποτέ πεθαμένο.

«Ο Θεός είναι καλός, ε;» Η ερώτησή της ακούστηκε δισταχτικά, σαν να της ξέφυγε. Ήξερε πολύ καλά την απάντηση. Η μαμά κι ο παππούς τής το είχαν πει πολλές φορές. Ο Θεός ήταν καλός. Πολύ καλός. «Μετά το σπίτι του Θεού, θα ξανάρθει στο δικό μας;» ρώτησε με σβησμένη την ελπίδα.

Ο άντρας έβγαλε μία θριαμβευτική κραυγή και σταμάτησε το σκάψιμο.

«Εδώ είναι. Επιτέλους!» Έσκυψε και άρχισε να καθαρίζει το έδαφος από το χιόνι με τα γαντοφορεμένα χέρια του. «Όχι, κανείς δεν γυρίζει από το σπίτι του Θεού. Θα πρέπει να πας κι εσύ εκεί, αν θες να δεις τη μητέρα σου».

Το κορίτσι κοκάλωσε. Τι εννοούσε; Παρακολούθησε τον άντρα να καθαρίζει από το χιόνι τη μεταλλική είσοδο της καταπακτής στη μέση της αυλής, εκεί όπου η μαμά τής είχε απαγορεύσει να παίζει. Να ήταν άραγε ο Θεός εκεί κάτω;

Ο άντρας τεντώθηκε, προτού σκύψει στο έδαφος και σηκώσει το βαρύ καπάκι. Έριξε μια ματιά στη μικρή και χαμογέλασε ξανά. Εκείνη θα προτιμούσε να μην το είχε σηκώσει. Της έκανε νόημα να πλησιάσει. Απρόθυμα, η μικρή κατευθύνθηκε προς το μέρος του· είδε τη μαύρη τρύπα να χάσκει κάτω από το καπάκι.

«Εκεί κάτω είναι ο Θεός με τη μαμά;» ρώτησε με τρεμάμενη φωνή.

Ο άντρας συνέχισε να χαμογελάει.

«Όχι, δεν είναι εκεί, αλλά αργότερα θα έρθει να σε πάρει. Έλα». Άρπαξε το κορίτσι από τους λεπτούς του ώμους και το έσπρωξε μέχρι την άκρη της τρύπας.

«Ευτυχώς που είσαι βαφτισμένη. Ο Θεός δεν καλοδέχεται τους αβάφτιστους. Ας ελπίσουμε πως θα σε θυμηθεί, σε περίπτωση που δεν μπορέσει να βρει το όνομά σου στο μητρώο της εκκλησίας». Το χαμόγελο του άντρα έγινε ακόμα πιο παγερό.

«Ίσως είναι καλύτερα να σιγουρευτούμε, οπότε θα επαναλάβουμε την τελετή για περισσότερη σιγουριά. Δεν θέλω να αρνηθεί ο Θεός να σε πάρει μαζί του». Ο άντρας γέλασε χαμηλόφωνα.

Η μικρή δεν καταλάβαινε σε τι αναφερόταν και συνέχισε να έχει το βλέμμα καρφωμένο στη μυστηριώδη τρύπα σαν υπνωτισμένη. Η μαμά της ποτέ δεν θα κατέβαινε εκεί μέσα. Άκουσε τον άντρα να μουρμουρίζει κάτι ακατανόητο, αλλά δεν σήκωσε το βλέμμα, μέχρι που στράφηκε προς το μέρος της, έβαλε μία χούφτα γεμάτη χιόνι στο μέτωπό της, έκλεισε τα μάτια και είπε:

«Σε βαφτίζω στο όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν».

Ο άνθρωπος άνοιξε τα μάτια και κοίταξε επίμονα τη μικρή. Αν και ήδη την πονούσε φρικτά το μέτωπό της από το κρύο, εκείνη η ματιά τής έκανε ακόμα περισσότερο κακό. Έστρεψε αλλού το βλέμμα της κι έβαλε τα χέρια στις τσέπες του παλτού της. Είχε παγώσει, και τα μονοκόμματα γάντια της δεν την προφύλασσαν από τον παγερό αέρα. Ένιωσε κάτι μέσα στη δεξιά τσέπη και θυμήθηκε το φάκελο. Την κυρίευσε μία τεράστια ανησυχία που απάλυνε για μια στιγμή το φόβο της για κείνο τον άντρα. Είχε υποσχεθεί στη μαμά της ότι θα αναλάμβανε να στείλει το φάκελο και τώρα, μάλλον, δεν θα μπορούσε να κρατήσει την υπόσχεσή της. Ήταν την τελευταία φορά που είχαν μιλήσει, και η μικρή θυμόταν πολύ καλά πόσο της το είχε τονίσει η μητέρα της. Αισθάνθηκε ένα δάκρυ να κυλάει στο μάγουλό της. Δεν μπορούσε να αφήσει το φάκελο να πέσει στα χέρια του άντρα, γιατί η μαμά της είχε πει πολύ ξεκάθαρα πως αυτό δεν έπρεπε να συμβεί. Η μικρή δάγκωσε το κάτω χείλος μην ξέροντας αν έπρεπε να πει κάτι ή να σωπάσει. Έκλεισε ξανά με δύναμη τα μάτια της, καθώς ευχόταν να μη βρισκόταν εκεί, αλλά ξαπλωμένη δίπλα στη μαμά της, κι όλα να γίνονταν όπως πριν. Όταν όμως άνοιξε τα μάτια, τίποτα δεν είχε αλλάξει. Την κατέλαβε η απόγνωση κι έκλαψε αθόρυβα, αφήνοντας τα δάκρυα να κυλήσουν στα μάγουλά της και να φτάσουν στο λαιμό του πουλόβερ της.

Ο άντρας την άρπαξε από τους ώμους.

«Τώρα ο Θεός θα σε πάρει μαζί του. Ξέρεις καμιά προσευχή;» Το κορίτσι έγνεψε καταφατικά με ανησυχία.

«Τέλεια». Κοίταξε την τρύπα. «Τώρα θα σε βάλω εκεί κάτω και ο Θεός θα έρθει σε λίγο να σε πάρει. Καλύτερα να αρχίσεις να λες τις προσευχές σου μέχρι να έρθει. Θα κρυώνεις, αλλά θα κοιμηθείς ήρεμα και πριν το καταλάβεις θα είσαι στον ουρανό με τη μαμά σου».

Η μικρή άφησε να της ξεφύγει ένας λυγμός, αν και προσπάθησε με όλη της τη δύναμη να συγκρατηθεί. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Γιατί δεν μπορούσε ο Θεός να έρθει να τη βρει τώρα αμέσως, αφού ήταν τόσο καλός; Γιατί έπρεπε να κατέβει σε εκείνη την κατάμαυρη τρύπα; Φοβόταν το σκοτάδι και η τρύπα ήταν κακιά. Της το είχε πει η μαμά της. Κοίταξε τον άντρα και κατάλαβε πως ήταν αναγκασμένη να κατέβει εκεί κάτω, ήθελε δεν ήθελε. Ήταν ανίκανη να κουνηθεί. Ο άντρας την πήρε στα χέρια και τη σήκωσε στον αέρα, κατεβάζοντάς την στην τρύπα. Το πλασματάκι γύρισε, και είδε, έκπληκτο, το παράθυρο της σοφίτας, ακριβώς απέναντι. Κάποιος ήταν εκεί, και κοιτούσε. Το παράθυρο ήταν πολύ βρόμικο και πολύ μακριά, για να μπορέσει να διακρίνει το πρόσωπο του αγνώστου. Όταν πια βρέθηκε μέσα στην τρύπα, δεν μπόρεσε να δει τίποτε άλλο, και προσπάθησε να μην αφήσει τον πανικό να τη νικήσει. Ο Θεός ήταν καλός. Η ύπαρξη στο παράθυρο δεν ήταν φάντασμα. Ο Θεός ήταν καλός. Και το βουβό και θλιμμένο κλαψούρισμα που ακούστηκε ξαφνικά από τον πάτο της τρύπας δεν έβγαινε από τα νεκρά παιδιά. Ο Θεός ήταν καλός. Το είχε πει η μαμά.

Μέσα στην τρύπα έκανε πολύ περισσότερο κρύο απ' ό,τι έξω. Η μικρή προσπάθησε να κάτσει, αλλά το έδαφος ήταν πιο κρύο από το κάθισμα του αυτοκινήτου. Τύλιξε τα χέρια γύρω από το σώμα της. Η είσοδος της καταπακτής έτριξε ξανά και, πριν κλείσει, το κοριτσάκι άκουσε τον άντρα να λέει:

«Καλή τύχη. Δώσε χαιρετίσματα στη μαμά σου. Και στο Θεό. Πες πολλές προσευχές».

Όλα σκοτείνιασαν. Η μικρή προσπάθησε να πάρει ανάσα, αλλά οι λυγμοί τη δυσκόλευαν. Το χειρότερο ήταν ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να παραδώσει το φάκελο. Έκλεισε ξανά τα μάτια γιατί αισθανόταν καλύτερα όταν φανταζόταν πως υπήρχε φως. Ίσως να ερχόταν κάποιος να την ψάξει, μάλλον ο άνθρωπος που στεκόταν στο παράθυρο θα την έσωζε. Μακάρι, μακάρι, μακάρι. Δεν ήθελε να μείνει άλλο εκεί. Ένωσε τα χέρια της:

  

Πέφτω, κάνω το σταυρό μου

κι άγγελο έχω στο πλευρό μου.

Δούλος του Θεού λογιούμαι

και κανένα δε φοβούμαι.