«Η Ιστορία τρελάθηκε, όχι εγώ»
Γράφει ο Μανώλης Πιμπλής
ΒΙΒΙΟΔΡΟΜΙΟ, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 13 Ιουνίου 2009
ΤΟ ΝΕΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ ΚΛΑΟΥΝΤΙΟ ΜΑΓΚΡΙΣ ΚΑΝΕΙ ΒΟΥΤΙΑ ΣΕ ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΠΤΥΧΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ
20ούΑΙΩΝΑ, ΘΕΤΟΝΤΑΣ ΤΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΑΝ Η ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΔΕΝ
ΗΤΑΝ
ΕΝΤΕΛΕΙ ΜΙΑ ΑΚΟΜΗ ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ, ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΔΗΛΑΔΗ ΕΝΟΣ
ΧΡΥΣΟΜΑΛΛΟΥ ΔΕΡΑΤΟΣ ΜΕ ΚΑΘΕ ΤΙΜΗΜΑ
«Η Ιστορία είναι μία αίθουσα ανάνηψης
και είναι εύκολο να κάνεις λάθος τη δόση και να στείλεις στον άλλο κόσμο τους
ασθενείς που ήθελαν να σωθούν». Περίεργος ορισμός για την Ιστορία, όχι όμως αν
έχεις περάσει όσα και ο ήρωας του νέου μυθιστορήματος του Κλάουντιο
Μάγκρις, Στα τυφλά. Πιστός στη διαπραγμάτευση του
αγαπημένου του θέματος των συνόρων, ο συγγραφέας του διάσημου Δούναβη και του
Μικρόκοσμου έρχεται τώρα να μας πει τι μπορεί να σημάνει στη ζωή ενός ανθρώπου
μια απόσταση Αθήνα-Σούνιο (γιατί ελάχιστα μεγαλύτερη είναι η απόσταση Τεργέστη-Ριέκα), αν ενδιάμεσα μεσολαβούν σύνορα. Και τι σύνορα! Η
γενέτειρα του Μάγκρις Τεργέστη, άλλοτε μοναδική
έξοδος της Αυστροουγγαρίας προς τη θάλασσα, άλλαξε τρεις φορές χέρια μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο πριν ενταχθεί, το 1954, οριστικά στην
Ιταλία.
Όλα αυτά τα πάρε-δώσε και οι
διευθετήσεις των συνόρων είχαν, όπως πάντα, τις παράπλευρες απώλειές τους. Γύρω
στους 300.000 Ιταλούς εγκατέλειψαν το Φιούμε
(σημερινή Ριέκα), την Ίστρια
και τη Δαλματία, μετά τη λήξη του Β΄ Παγκόσμιου
Πολέμου.
Όμως ο Σαλβατόρε Τσίπικο,
ο ήρωας και αφηγητής του βιβλίου, ακολούθησε αντίστροφη πορεία. Παρέα με 2.000
Ιταλούς κομμουνιστές εργάτες του Μονφαλκόνε, μιας
πολίχνης κοντά στην Τεργέστη, πήγε με τη θέλησή του στη γειτονική Ριέκα για να βοηθήσει τον Τίτο να οικοδομήσει τον
σοσιαλισμό. Είχε περάσει από τις φασιστικές φυλακές, είχε επίσης πολεμήσει στον
ισπανικό Εμφύλιο και είχε κλειστεί σε ναζιστικά λάγκερ-
συγκεκριμένα στο Νταχάου. Στη ρήξη όμως του Τίτο με τον Στάλιν, το 1948, οι
εργάτες του Μονφαλκόνε υποστήριξαν τον Στάλιν, οπότε
δεν άργησαν επιπλέον να βρεθούν στο Γκόλι Οτόκ (Γυμνό Νησί) και στον Άγιο Γρηγόριο,
δύο νησιά της Αδριατικής που στέγασαν τα τιτοϊκά γκουλάγκ. Γκουλάγκ που τίποτα δεν
είχαν να ζηλέψουν από τα αντίστοιχα σοβιετικά. Νωρίτερα, βέβαια, σε άλλα νησιά
της περιοχής, οι Ιταλοί είχαν σακατέψει κάμποσους απείθαρχους Σλάβους, τώρα
ήταν η σειρά των άλλων για εκδίκηση. Και όταν κάποτε οι Ιταλοί γύρισαν στην
Ιταλία, βρήκαν τα σπίτια τους κατειλημμένα από τους πρόσφυγες του 1945 και τις
πόρτες του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, που ήθελε να σβήσει κάθε σταλινικό
ίχνος, κλειστές.
«Η Ιστορία τρελάθηκε, όχι εγώ»,
επιμένει ο Τσίπικο, ωστόσο η αφήγησή του γίνεται από
ένα νοσοκομείο της Τεργέστης, σε έναν ψυχίατρο. Ο Τσίπικο
πιστεύει μάλιστα ότι είναι κλώνος ενός άλλου παρ΄
ολίγον ήρωα που περιγέλασε η Ιστορία, του Γιόργκεν Γιόργκενσον. Ενός Δανού αξιωματικού του Αγγλικού Ναυτικού,
προσώπου μεταξύ πραγματικότητας και μύθου, που αφού στέφθηκε για τρεις
εβδομάδες βασιλιάς των Ισλανδών το 1805, καθαιρέθηκε και βρέθηκε τελικά
έγκλειστος στη φυλακή του Χόμπαρτ Τάουν στην Τασμανία, φυλακή την οποία μάλιστα είχε νωρίτερα χτίσει ο
ίδιος! Κοινά στοιχεία
Το κοινό στοιχείο που συνδέει τον Τσίπικο με τον Γιόργκενσον, πέρα
από τις περιπέτειες και τις φυλακίσεις τους σε νησιά, είναι η Αυστραλία και η Τασμανία, όπου ο πρώτος πέρασε μέρος των παιδικών του
χρόνων και της ενήλικης ζωής του. Η φαντασίωση του ψυχασθενούς Τσίπικο ότι είναι κλώνος του Δανού θαλασσοπόρου, αποτελεί
ένα εύρημα του Μάγκρις πάνω στο οποίο χτίζει ένα βαθύ
και ταυτόχρονα παραληρηματικό σχόλιο για την Ιστορία. Μια εύστροφη,
διασκεδαστική και δαιδαλώδης αφήγηση. Εξού και
απολύτως αναγκαία τα παραρτήματα της έκδοσης με το ενημερωτικό επίμετρο και τις
σχεδόν τριακόσιες σημειώσεις. Το πραγματικό θέμα, άλλωστε, του μυθιστορήματος,
είναι το πώς ο δυτικός άνθρωπος αναπαράγει συνεχώς τον μύθο του Ιάσονα, πώς
δηλαδή «για ένα πρόβειο τομάρι σκορπάει καταστροφή, αποτρόπαια εγκλήματα και
τρέλα». Αν το χρυσόμαλλο δέρας στην περίπτωση του Γιόργκενσον
ήταν η αποικιοκρατία με τις καταστροφές και τους αφανισμούς λαών που
συνεπαγόταν, στην περίπτωση της οικοδόμησης του σοσιαλισμού ήταν «ο ήλιος του
μέλλοντος», ένας ήλιος όμως που βάφτηκε με αίμα.
ΔΕΝ ΞΕΡΕΙΣ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΒΑΡΒΑΡΟΣ
«Οι πόλεις γεννιούνται από το αίμα», γράφει κάπου ο Μάγκρις, ενώ προσθέτει:. «Η Ιστορία, έλεγε το κόμμα, ή καλύτερα η αιματόβρεκτη προϊστορία στην οποία ζούμε και θα ζούμε μέχρι ο κόσμος να λυτρωθεί από την έσχατη επανάσταση, έχει τη δική της τραγική ανάγκη να καταπολεμήσει τις βαρβαρότητες με βαρβαρικά μέσα. Κι έτσι δεν καταλαβαίνει πια κανένας ποιος είναι ο βάρβαρος, ο Τίτο ή ο Στάλιν, εμείς ή εκείνοι, ο Νέλσον ή ο Βοναπάρτης».
Τις ώρες που η Σοβιετική Ένωση κατέρρεε ο ήρωας βρισκόταν στην Αυστραλία και η βιτρίνα ενός ελληνικού μαγαζιού τού έκανε το αίμα να ανέβει στο κεφάλι.
Ο Σπυρίδων Παυλίδης, «Έλληνας καταστηματάρχης, επινοητικός και πανούργος», πουλούσε τηλεοράσεις. Το κρίσιμο εκείνο βράδυ του Δεκεμβρίου του 1991, τις είχε συντονίσει όλες στο ίδιο κανάλι.
Έδειχναν «τον τελευταίο βασιλιά της Κολχίδας», αυτόν με «το σημάδι πάνω στο μέτωπο», με άλλα λόγια τον Γκορμπατσόφ, να υποστέλλει την κόκκινη σημαία. Για να χρησιμοποιήσουμε την ποιητική και ταυτόχρονα ωμή διατύπωση του Μάγκρις, «το δέρας είναι ένα γδαρμένο κόκκινο δέρμα από αίμα κρεμασμένο στον ουρανό, κατεβαίνει και τραβάει κάτω τον ουρανό». Το δέρας μετατράπηκε από σημαία σε ζουρλομανδύα. Και ο Κλάουντιο Μάγκρις, σε έναν τραγικό ποιητή που προσπαθεί να κλείσει σε λόγια τους ανείπωτους παραλογισμούς του αιώνα του.