71 μέρες πριν από το φόβο

 

Ιατρικός φάκελος αρ. 131071/ VL

σσ. 1 εξ.

 

 

Ευτυχώς που όλα ήταν ένα όνειρο. Δεν ήταν γυμνή. Και τα πόδια της δεν ήταν δεμένα σ’ εκείνη την προϊστορική γυναικολογική καρέκλα, ενόσω ο ανισόρροπος ταχτοποιούσε τα εργαλεία του πάνω σ’ ένα σκουριασμένο καροτσάκι. Καθώς γύρισε το βλέμμα της δεν πολυκατάλαβε τι κρατούσε στο γεμάτο αίματα χέρι του. Μόλις η εικόνα ξεδιάλυνε μπροστά της, προσπάθησε να κλείσει τα μάτια, μάταια όμως. Δεν μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα της από τον πυρακτωμένο ηλεκτροσυγκολλητή που πλησίαζε αργά το κορμί της. Ο άγνωστος με το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο είχε ανασηκώσει τα βλέφαρά της και τα είχε στερεώσει στις οφθαλμικές κόγχες με μικρά καρφιά, χρησιμοποιώντας ένα πιστόλι συμπιεσμένου αέρα. Αναλογίστηκε ότι ήταν απίθανο να βιώσει πιο έντονο πόνο στον λιγοστό χρόνο που της έμενε να ζήσει. Κι όμως, όταν ο ηλεκτροσυγκολλητής χάθηκε από το οπτικό της πεδίο κι ένιωσε ανάμεσα στα πόδια της μια πηγή θερμότητας που γινόταν ολοένα και πιο καυτή, συνειδητοποίησε ότι τα βασανιστήρια που είχε υποστεί τις τελευταίες ώρες ήταν μονάχα μια πρόγευση.

Ύστερα, καθώς ένιωσε την οσμή της καμένης σάρκας, όλα άρχισαν να ξεθωριάζουν. Το παγερό και υγρό υπόγειο στο οποίο την είχαν σύρει, το τρεμάμενο φως της λάμπας αλογόνου πάνω από το κεφάλι της, τα όργανα του βασανισμού της και το μεταλλικό καροτσάκι εξαφανίστηκαν. Απόμεινε μονάχα ένα μαύρο τίποτα.

Δόξα τω Θεώ, όλα ήταν ένα όνειρο, σκέφτηκε. Άνοιξε τα μάτια, αλλά εξακολουθούσε να νιώθει χαμένη.

Ο εφιάλτης που την είχε αιχμαλωτίσει μέχρι πριν από μια στιγμή δεν είχε χαθεί, απλά είχε αλλάξει μορφή.

Πού βρίσκομαι;

Τα έπιπλα θύμιζαν εγκαταλειμμένο δωμάτιο ξενοδοχείου. Η κουβέρτα στο ξεχαρβαλωμένο διπλό κρεβάτι ήταν βρόμικη και γεμάτη καψίματα τσιγάρου, όπως και η φαιοπράσινη μοκέτα. Η επαφή των ποδιών της με τις τραχιές ίνες την έκανε να μαζευτεί ακόμη περισσότερο στην άβολη ξύλινη καρέκλα.

Είμαι ξυπόλητη. Γιατί δεν φοράω παπούτσια; Και γιατί βρίσκομαι σε αυτή τη χαμοκέλα να κοιτάζω τη χιονισμένη οθόνη μιας ασπρόμαυρης τηλεόρασης;

Οι ερωτήσεις χτυπούσαν σαν μπάλες μπιλιάρδου πάνω στα τοιχώματα του κρανίου της. Ξαφνικά τινάχτηκε, σαν κάποιος να της είχε αστράψει ένα χαστούκι. Κοίταξε την πηγή του θορύβου, την πόρτα. Έτριξε, ξανάτριξε, ώσπου άνοιξε. Δυο αστυνομικοί έκαναν έφοδο στο δωμάτιο. Ήταν και οι δυο ένστολοι, και οι δυο οπλισμένοι, αυτό κατάφερε να το δει. Έστρεψαν τα πιστόλια τους στο στήθος της, αμέσως μετά όμως τα κατέβασαν αργά και πάνω στα πρόσωπά τους η ένταση από τη νευρικότητα παραχώρησε τη θέση της σ’ έναν αμήχανο τρόμο.

«Τι στο διάολο έγινε εδώ μέσα;» άκουσε να ρωτάει ο πιο κοντός από τους δυο, αυτός που είχε γκρεμίσει την πόρτα με μια κλοτσιά κι είχε μπει πρώτος. «Νοσοκόμοι!» φώναξε ο άλλος. «Ένα γιατρό. Χρειαζόμαστε βοήθεια, αμέσως!»

Δόξα τω Θεώ, σκέφτηκε εκείνη για δεύτερη φορά μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Μόλις που κατάφερνε να ανασάνει από το φόβο, πονούσε σε όλο της το κορμί και βρομούσε περιττώματα και ούρα. Όλα αυτά, μαζί με το γεγονός ότι δεν ήξερε πώς είχε καταλήξει εκεί, κόντεψαν να την τρελάνουν, αλλά αν μη τι άλλο τώρα είχε εμφανιστεί η αστυνομία και θα καλούσε ένα γιατρό. Αυτό δεν ήταν καλό σημάδι, αλλά σε κάθε περίπτωση ένας γιατρός είναι καλύτερος από τον τρελό με τον ηλεκτροσυγκολλητή.

Πέρασαν ελάχιστες στιγμές κι ένας γιατρός του πρώτων βοηθειών, καραφλός και με σκουλαρίκι, μπήκε τρέχοντας μέσα στο δωμάτιο κι έσκυψε στο πλάι της. Κατά τα φαινόμενα η νοσηλευτική ομάδα είχε καταφθάσει μ’ ένα ασθενοφόρο. Ούτε κι αυτό ήταν καλό σημάδι.

«Μπορείτε να με ακούσετε;»

«Ναι...», απάντησε στο γιατρό που στο πρόσωπό του κυριαρχούσαν σαν μόνιμο τατουάζ δυο τεράστια μάτια.

«Νομίζω ότι δεν μπορεί να με καταλάβει».

«Όχι, όχι, μπορώ». Προσπάθησε να σηκώσει το χέρι, αλλά οι μύες δεν την υπάκουσαν.

«Πώς ονομάζεστε;» Ο γιατρός πήρε το φακό από την τσέπη της ποδιάς κι έριξε μια δέσμη φωτός στα μάτια της.

«Βανέσα», απάντησε εκείνη με βραχνή φωνή και πρόσθεσε: «Βανέσα Στράσμαν».

«Είναι νεκρή;» άκουσε να ρωτάει ένας αστυνομικός στις πλάτες του γιατρού.

«Να πάρει η οργή, οι κόρες δεν αντιδρούν στο φως, και μοιάζει να μην μπορεί ούτε να μας ακούσει, ούτε να μας δει. Είναι κατατονική, πιθανόν να έχει πέσει σε κώμα».

«Αυτά είναι ανοησίες», φώναξε η Βανέσα και προσπάθησε να σηκωθεί, μα δεν κατάφερε ούτε το χέρι να κουνήσει.

Τι συμβαίνει;

Επανέλαβε μεγαλόφωνα τη σκέψη της, καταβάλλοντας προσπάθεια να σχηματίσει τις λέξεις όσο πιο καθαρά γινόταν. Κανένας δεν φαινόταν να θέλει να την ακούσει. Μάλιστα, όλοι της γύρισαν τις πλάτες κι άρχισαν να μιλάνε με κάποιον τον οποίο δεν είχε προσέξει μέχρι εκείνη τη στιγμή.

«Πόσον καιρό έχει να βγει από αυτό το δωμάτιο;»

Το κεφάλι του γιατρού τής έφραζε το οπτικό πεδίο, εμποδίζοντάς τη να δει την πόρτα. Άκουσε τη φωνή μιας νεαρής γυναίκας: «Τουλάχιστον τρεις ημέρες, μπορεί και περισσότερο. Είχα καταλάβει αμέσως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, μα είχε πει ότι δεν ήθελε να την ενοχλήσουμε».

Τι σκατά λέει; Η Βανέσα κούνησε το κεφάλι. Δεν θα έμενα εδώ με τη θέλησή μου ούτε για μια νύχτα!

«Δεν θα σας καλούσα, αλλά αυτό το τρομακτικό ψυχορράγημα γινόταν ολοένα και πιο δυνατό και...»

«Κοιτάξτε!» Ήταν η φωνή του πιο κοντού αστυνομικού, που στεκόταν ακριβώς δίπλα στο αυτί της.

«Τι είναι;»

«Κάτι υπάρχει εδώ πέρα».

Η Βανέσα ένιωσε το γιατρό να της ανοίγει τα δάχτυλα και να της αποσπά προσεκτικά με τη λαβίδα κάτι από το αριστερό χέρι.

«Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο αστυνομικός.

Η Βανέσα είχε μείνει έκπληκτη όσο και οι άλλοι. Δεν είχε αντιληφθεί να κρατάει κάτι.

«Ένα σημείωμα».

Ο αστυνομικός ξετύλιξε το διπλωμένο στη μέση χαρτί. Η Βανέσα άνοιξε διάπλατα τα μάτια προσπαθώντας να διακρίνει τι έγραφε, μα είδε μόνο κάτι ακατανόητα ιερογλυφικά. Το κείμενο ήταν σε μια γλώσσα που της ήταν εντελώς άγνωστη.

«Τι γράφει;» ρώτησε ο άλλος αξιωματικός από την πόρτα.

«Παράξενο». Ο γιατρός έξυσε το μέτωπο και διάβασε: «“Το αγοράζεις μόνο για να το πετάξεις αμέσως μακριά”».

Θεέ και Κύριε. Το γεγονός ότι ο γιατρός είχε διαβάσει εκείνες τις λιγοστές λέξεις δίχως την παραμικρή δυσκολία την έκανε να συνειδητοποιήσει τις διαστάσεις του εφιάλτη που την κρατούσε φυλακισμένη. Για κάποιο λόγο είχε χάσει την ικανότητα να επικοινωνεί. Εκείνη τη στιγμή δεν ήταν σε θέση ούτε να μιλήσει ούτε να διαβάσει, κι έτρεμε ότι είχε ξεχάσει και να γράφει.

Ο γιατρός τής έριξε για μια ακόμη φορά φως στις κόρες και ξάφνου ένιωσε και τις υπόλοιπες αισθήσεις της να την έχουν εγκαταλείψει? δεν ένιωθε ούτε τη βρόμα του ίδιου της του κορμιού, δεν αισθανόταν πλέον τη μοκέτα κάτω από τα γυμνά της πόδια, καταλάβαινε μόνο ότι μέσα της ο φόβος μεγάλωνε συνεχώς και ότι ο ήχος από το πανδαιμόνιο με τις φωνές γύρω της πνιγόταν. Προτού καν ο γιατρός ολοκληρώσει την ανάγνωση του κειμένου του σημειώματος, μια αόρατη δύναμη την είχε αιχμαλωτίσει.

“Το αγοράζεις μόνο για να το πετάξεις αμέσως μακριά”.

Μια δύναμη που άπλωνε πάνω της το κρύο χέρι της και την τραβούσε προς τα κάτω. Σ’ εκείνο το μέρος που δεν ήθελε πλέον να ξαναδεί στη ζωή της και που μόλις είχε εγκαταλείψει.

Δεν ήταν όνειρο. Ή μήπως ήταν;

Προσπάθησε να κάνει ένα νεύμα στο γιατρό, μα όταν η σιλουέτα του σιγά σιγά εξαφανίστηκε, άρχισε να καταλαβαίνει, κι ένας απύθμενος τρόμος την τσάκισε. Ήταν αλήθεια, δεν την είχαν ακούσει. Ο γιατρός, η γυναίκα και οι αστυνομικοί δεν μπορούσαν να μιλήσουν μαζί της, γιατί ποτέ δεν είχε ξυπνήσει μέσα σ’ εκείνη τη χαμοκέλα. Κάθε άλλο. Όταν η λάμπα αλογόνου ξανάρχισε να τρέμει πάνω από το κεφάλι της, θυμήθηκε: είχαν αρχίσει τα βασανιστήρια και είχε λιποθυμήσει. Το δωμάτιο του ξενοδοχείου, κι όχι ο τρελός, ήταν κομμάτι ενός ονείρου που τώρα έσβηνε μπροστά στη φοβερή πραγματικότητα.

Μήπως απατώμαι για μια ακόμη φορά; Βοήθεια. Βοηθήστε με! Τι είναι πραγματικό και τι όχι; Δεν μπορώ πια να τα ξεχωρίσω.

Κι όλα έγιναν όπως πριν. Το υγρό παλιοδωμάτιο, η γυναικολογική καρέκλα στην οποία ήταν δεμένη. Γυμνή. Τόσο γυμνή ώστε να νιώθει την ανάσα του τρελού ανάμεσα στα πόδια της? ξεφύσησε ακριβώς στο πιο ευαίσθητο σημείο της. Μετά, άξαφνα, σαν αστραπή, εμφανίστηκε μπροστά στα μάτια της ένα πρόσωπο γεμάτο ουλές, κι ένα στόμα δίχως χείλη είπε: «Σημάδεψα ξανά την περιοχή. Τώρα μπορούμε ν’ αρχίσουμε».

Και πήρε τον ηλεκτροσυγκολλητή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σήμερα, ώρα 10:14 –

Πολύ αργότερα, πολλά χρόνια

ύστερα από το φόβο

 

 

 

«Καλώς, κυρίες και κύριοι. Ποια είναι η άποψή σας γι’ αυτή την εισαγωγή; Μια γυναίκα ξυπνάει από έναν εφιάλτη για να ξαναβυθιστεί αμέσως σ’ έναν άλλον. Ενδιαφέρον, δεν βρίσκετε;»

Ο καθηγητής σηκώθηκε από το μακρύ δρύινο τραπέζι και κοίταξε τα σαστισμένα μάτια των φοιτητών.

Μόνο τότε παρατήρησε ότι εκείνο το πρωινό οι ακροατές του είχαν δείξει ιδιαίτερη επιμέλεια στο ντύσιμό τους, ενώ ο ίδιος, όπως πάντα, είχε ψαρέψει στα τυφλά από το ντουλάπι το πρώτο τσαλακωμένο κουστούμι που είχε πέσει στα χέρια του. Κάποια στιγμή στο παρελθόν, είχε πειστεί από έναν πωλητή να αγοράσει αυτό το παράλογα ακριβό ρούχο, γιατί το σκούρο διπλόπιετο σακάκι ταίριαζε θαυμάσια με τα μαύρα του μαλλιά που εκείνη την εποχή, σε μια γελοία κρίση μετεφηβικής επαναστατικότητας, τα διατηρούσε μακριά.

Αν σήμερα, ύστερα από πολλά χρόνια, ήθελε να αγοράσει κάτι που να ταίριαζε με την κόμμωσή του, το ρούχο θα έπρεπε να είναι στο γκρίζο της στάχτης, ξεθωριασμένο σε κάμποσα σημεία και πίσω να έχει μια τρύπα όμοια με φαλάκρα βενεδικτίνου μοναχού.

«Τι λέτε;»

Καθώς έκανε απρόσεχτα ένα βήμα στο πλάι, ένιωσε μια διαπεραστική σουβλιά στο μηνίσκο. Μόνο έξι άτομα είχαν επιλέξει να συμμετάσχουν. Τέσσερις κοπέλες και δυο αγόρια. Συνηθισμένο. Στις εργασίες αυτού του είδους οι γυναίκες αποτελούσαν πάντα την πλειονότητα. Γιατί ήταν πιο θαρραλέες ή γιατί είχαν περισσότερη ανάγκη τα χρήματα που προσφέρονταν σε όποιον θα συμμετείχε στο συγκεκριμένο ψυχιατρικό πείραμα, σύμφωνα με την ανακοίνωση που είχε αναρτηθεί.

«Συγγνώμη, κατάλαβα καλά;»

Αριστερή σειρά, δεύτερη θέση. Ο καθηγητής κοίταξε τον κατάλογο μπροστά του για να βρει το όνομα του νεαρού που μόλις είχε μιλήσει: Φλόριαν Βέσελ, τρίτο εξάμηνο.

Ενόσω διάβαζε το περιεχόμενο του φακέλου του, ο φοιτητής περνούσε πάνω από τις σειρές του κειμένου ένα τέλεια ξυσμένο μολύβι. Μια μικρή ουλή σε σχήμα μισοφέγγαρου κάτω από το δεξί μάτι πρόδιδε την εμπλοκή του σε κάποιον καβγά. Ακούμπησε το μολύβι πάνω στα χαρτιά κι έκλεισε τον ιατρικό φάκελο. «Κι αυτό υποτίθεται ότι είναι ένα πρωτόκολλο αξιολόγησης;»

«Μάλιστα». Μ’ ένα καλοκάγαθο χαμόγελο ο καθηγητής έδειξε στο φοιτητή ότι καταλάβαινε την έκπληξή του. Αποτελούσε μέρος του πειράματος, ούτως ειπείν.

«Ηλεκτροσυγκολλητής; Βασανιστήρια; Αστυνομία; Με την άδειά σας, αλλά μοιάζει περισσότερο με την εισαγωγή ενός θρίλερ».

Με την άδειά σας; Πήγαινε πολύς καιρός που ο καθηγητής είχε ν’ ακούσει αυτή την παλιομοδίτικη έκφραση. Αναρωτήθηκε αν ο φοιτητής με την αυστηρή χωρίστρα χρησιμοποιούσε πάντα αυτό το λεξιλόγιο ή αν ήταν η πατίνα της μελαγχολίας του ασυνήθιστου μέρους στο οποίο βρίσκονταν που επηρέαζε τον τρόπο ομιλίας του. Γνώριζε ότι η τρομακτική ιστορία του κτιρίου είχε αποθαρρύνει μερικούς από τους υποψήφιους να συμμετάσχουν στο πείραμα. Βέβαια, υπήρχαν τα διακόσια ευρώ στη μέση, μα ίσως να μην άξιζαν τον κόπο.

Η πρόκληση όμως ήταν ακριβώς αυτή. Το πείραμα να γίνει εκεί και όχι κάπου αλλού. Δεν υπήρχε καλύτερο μέρος, μόλο που ολόκληρο το συγκρότημα μύριζε μούχλα κι έκανε τόσο κρύο που είχαν εξετάσει το ενδεχόμενο να καθαρίσουν το τζάκι από την καπνιά και να το ανάψουν. Εξάλλου ήταν είκοσι τρεις του Δεκέμβρη και η θερμοκρασία είχε πέσει αρκετά κάτω από το μηδέν. Εντέλει, νοίκιασαν δυο ηλεκτρικά σώματα, που όμως δεν ζέσταιναν αρκετά εκείνη την ψηλοτάβανη αίθουσα.

«Λέτε ότι πρόκειται για ένα θρίλερ;» επανέλαβε ο καθηγητής. «Η αλήθεια είναι πως δεν έχετε και πολύ άδικο».

Ένωσε τις παλάμες του σαν σε στάση προσευχής και μύρισε τα ρυτιδιασμένα ακροδάχτυλά του. Του θύμιζαν τα τραχιά δάχτυλα του παππού του. Σε αντίθεση με τον ίδιο, όμως, ο παππούς του είχε δουλέψει μια ολόκληρη ζωή στην ύπαιθρο.

«Το έγγραφο που έχετε μπροστά σας βρέθηκε ανάμεσα στους φακέλους ενός συναδέλφου μου, ενός ψυχιάτρου, του Βίκτορ Λάρεντς. Θα πρέπει να έχετε συναντήσει αυτό το όνομα στη διάρκεια των σπουδών σας».

«Λάρεντς; Δεν έχει πεθάνει αυτός;» ρώτησε απορημένος ένας φοιτητής, που είχε εγγραφεί στο πείραμα μόλις την προηγούμενη μέρα.

Ο καθηγητής κοίταξε για μια ακόμη φορά τη λίστα και είδε το όνομα του φοιτητή με τα μαύρα μαλλιά: Πάτρικ Χάιντεν. Μαζί με την κοπέλα του Λίντια κάθονταν πολύ κοντά ο ένας στον άλλον. Η απόσταση μεταξύ των κορμιών τους ήταν τόσο μικρή που θα ήταν δύσκολο να περάσει ανάμεσά τους ακόμη κι οδοντικό νήμα, κάτι που οφειλόταν κυρίως σε πρωτοβουλία του Πάτρικ. Πράγματι, κάθε φορά που η Λίντια προσπαθούσε να αποκτήσει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, εκείνος έβαζε με αποφασιστικότητα το χέρι του πάνω στην πλάτη της και την τραβούσε κοντά του με κτητικό ύφος. Φορούσε ένα αθλητικό μπλουζάκι με την επιγραφή “Ο Χριστός σε αγαπάει”, κι από κάτω μόλις που διακρινόταν: “Όλοι οι άλλοι σε περνάνε για μαλάκα”. Αυτό φορούσε κι όταν είχε πάει στο γραφείο του καθηγητή να παραπονεθεί για τον πολύ κακό βαθμό που είχε πάρει σε μια εργασία.

«Ο Βίκτορ Λάρεντς δεν έχει καμιά σχέση με το θέμα», είπε ο καθηγητής κλείνοντας τη συζήτηση με μια αποφασιστική χειρονομία. «Η ιστορία του δεν έχει σχέση με το σημερινό τεστ».

«Τότε λοιπόν περί τίνος πρόκειται;» ρώτησε ο Πάτρικ και σταύρωσε τα πόδια κάτω από το τραπέζι. Οι δερμάτινες μπότες του δεν ήταν δεμένες, ώστε το επίτηδες σχισμένο τζιν να μην καλύπτει την τραβηγμένη μπροστά γλώσσα και να φαίνεται η φίρμα πάνω στον αστράγαλο.

Ο καθηγητής δεν μπόρεσε να κρύψει το χαμόγελό του. Λυτά παπούτσια, σχισμένα πανταλόνια, μπλουζάκια με υβριστικά συνθήματα. Κάποιος στη βιομηχανία της μόδας είχε αποφασίσει να μετατρέψει σε χρήμα τους εφιάλτες των συντηρητικών γονιών.

«Λοιπόν, θα πρέπει να ξέρετε ένα πράγμα...» Κάθισε ξανά στη θέση του στην κεφαλή του τραπεζιού κι άνοιξε τη γεμάτη γδαρσίματα δερμάτινη τσάντα του, θαρρείς την είχε οργώσει με τα νύχια της καμιά γάτα.

«Όσα διαβάσατε πριν από λίγο συνέβησαν πραγματικά. Ο ιατρικός φάκελος που σας έδωσα είναι αντίγραφο ενός γνησίου εγγράφου». Πήρε ένα παλιό βιβλίο τσέπης. «Αυτό είναι το πρωτότυπο». Απίθωσε πάνω στο τραπέζι το λεπτό τομίδιο.

Στο εξώφυλλο αναγραφόταν ο τίτλος του: Ο Ψυχοσυλλέκτης. Στη φωτογραφία εικονιζόταν η θαμπή σιλουέτα ενός ανθρώπου μέσα στο χιόνι, ο οποίος έτρεχε προς μια βίλα που ξεχώριζε στο βάθος.

«Μη σας ξεγελούν τα φαινόμενα. Εκ πρώτης όψεως μοιάζει με μυθιστόρημα όπως πολλά άλλα, αλλά πρόκειται για κάτι παραπάνω».

Άρχισε να φυλλομετρά με τον αντίχειρα τις διακόσιες είκοσι περίπου σελίδες, ξεκινώντας από την τελευταία.

«Πολλοί πιστεύουν ότι ο φάκελος αυτός βγήκε από την πένα ενός εκ των ασθενών του Λάρεντς. Στο παρελθόν κούραρε πολλούς καλλιτέχνες, ανάμεσά τους και συγγραφείς». Ο καθηγητής μισόκλεισε τα μάτια και χαμηλώνοντας τη φωνή πρόσθεσε: «Υπάρχει όμως και μια άλλη θεωρία».

Οι φοιτητές τον κοίταξαν απόλυτα προσηλωμένοι.

«Μια μειονοψηφία είναι της γνώμης ότι τον έχει γράψει ο ίδιος ο Βίκτορ Λάρεντς».

«Με ποιο σκοπό;»

Αυτή τη φορά ήταν η Λίντια που μίλησε. Η κοπέλα με τα σκουρόξανθα μαλλιά και το γκρίζο ψηλόλαιμο πουλόβερ ήταν η καλύτερή του φοιτήτρια. Ο καθηγητής δεν μπορούσε να εξηγήσει τι γοητευτικό έβρισκε στον αιώνιο φοιτητή που καθόταν δίπλα της. Ακόμη περισσότερο ανεξήγητο του ήταν το γεγονός ότι, μολονότι είχε πάρει το απολυτήριό της με άριστα, δεν της είχε χορηγηθεί καμιά υποτροφία.

«Υπονοείτε ότι ο Λάρεντς ξανάγραψε τις σημειώσεις του με τη μορφή ενός θρίλερ; Γιατί να μπει σε όλον αυτόν τον κόπο;»

«Αυτό ακριβώς θα προσπαθήσουμε να ανακαλύψουμε σήμερα. Είναι το αντικείμενο του πειράματος».

Ο καθηγητής έγραψε κάτι στο σημειωματάριο δίπλα στη λίστα με τους συμμετέχοντες και απευθύνθηκε στις φοιτήτριες στα δεξιά του, οι οποίες δεν είχαν πει ακόμη ούτε λέξη. «Αν έχετε κάποιο δισταγμό, δεσποινίδες μου, σας κατανοώ απόλυτα».

Μια κοκκινομάλλα σήκωσε το κεφάλι, ενώ οι άλλες δυο συνέχισαν να έχουν προσηλωμένο το βλέμμα τους πάνω στον ιατρικό φάκελο.

«Είστε όλοι ελεύθεροι να το ξανασκεφτείτε. Το πραγματικό πείραμα δεν ξεκίνησε ακόμη. Μπορείτε να αποσυρθείτε και να πάτε σπίτι σας. Έχετε ακόμη καιρό».

Οι κοπέλες ένευσαν με έκδηλη αναποφασιστικότητα.

Ο Φλόριαν έγειρε μπροστά και πέρασε νευρικά το δείκτη του από τη χωρίστρα του που ξεχώριζε σαν ουλή.

«Και τι θα γίνει με τα διακόσια ευρώ;» ρώτησε.

«Αυτά θα τα πάρει όποιος συμμετάσχει ενεργά. Και μόνο στην περίπτωση που τηρήσει τον κανονισμό που αναφέρεται στην ανακοίνωση. Πρέπει να διαβάσετε ολόκληρο τον ιατρικό φάκελο, με ελάχιστα και σύντομα διαλείμματα».

«Και μετά; Τι θα γίνει όταν τελειώσουμε;»

«Κι αυτό αποτελεί μέρος του πειράματος».

Ο καθηγητής έσκυψε κι επανεμφανίστηκε με μια δεσμίδα εντύπων που κοσμούνταν από το έμβλημα του ιδιωτικού πανεπιστημίου.

«Όσοι παραμείνουν, παρακαλούνται να υπογράψουν αυτό».

Μοίρασε την υπεύθυνη δήλωση με την οποία οι συμμετέχοντες απήλλασσαν το ινστιτούτο από κάθε ευθύνη για ενδεχόμενες ψυχοσωματικές βλάβες που θα μπορούσαν να προκύψουν από την εθελουσία συμμετοχή τους στο πείραμα.

Ο Φλόριαν Βέσελ σήκωσε το χαρτί κόντρα στο φως και, βλέποντας το υδατόσημο της Ιατρικής σχολής, κούνησε έντονα το κεφάλι. «Κατά τη γνώμη μου είναι μια πολύ λεπτή υπόθεση».

Τράβηξε το μολύβι από τον ιατρικό φάκελο, άρπαξε το σάκο και σηκώθηκε.

«Νομίζω ότι ξέρω την κατάληξη. Κι αν είναι όπως νομίζω, φοβάμαι πολύ».

«Η ειλικρίνειά σας, σας τιμά». Ο καθηγητής πήρε το έντυπο και τον ιατρικό φάκελο του Φλόριαν, και στη συνέχεια κοίταξε τις τρεις φοιτήτριες που κουβέντιαζαν μεταξύ τους.

«Δεν έχουμε ιδέα περί τίνος πρόκειται, αλλά, αν ο Φλόριαν αποσυρθεί, τότε προτιμούμε να ακολουθήσουμε κι εμείς τον ίδιο δρόμο».

Για μια ακόμη φορά, η κοκκινομάλλα ήταν η μοναδική που μίλησε.

«Όπως θέλετε. Κανένα πρόβλημα».

Μάζεψε και τους δικούς τους φακέλους, καθώς οι κοπέλες έπαιρναν τα πανωφόρια τους από τις ράχες των καθισμάτων. Ο Φλόριαν, που φορούσε ήδη το τζάκετ και τα γάντια του, περίμενε στην πόρτα.

«Κι εσείς;»

Χαμήλωσε το βλέμμα στη Λίντια και τον Πάτρικ, που συνέχιζαν διστακτικοί να ξεφυλλίζουν τον ιατρικό φάκελο.

Ώσπου ανασήκωσαν ταυτόχρονα τους ώμους τους, σαν να ήταν συγχρονισμένοι.

«Για μένα το ίδιο κάνει. Αρκεί να μη μου ρουφήξουν το αίμα», είπε ο Πάτρικ.

«Ναι, τι στο καλό». Η Λίντια κατάφερε επιτέλους να αποκολληθεί από το φίλο της.

«Εσείς θα μείνετε μαζί μας, σωστά;»

«Μάλιστα».

«Και πρέπει απλά να διαβάσουμε; Τίποτε άλλο;»

«Ακριβώς».

Η πόρτα πίσω τους έκλεισε. Οι άλλοι φοιτητές είχαν φύγει δίχως να χαιρετήσουν.

«Λοιπόν, είμαι μέσα. Χρειάζομαι πολύ τα χρήματα».

Η Λίντια έριξε μια ματιά στον καθηγητή που σφράγισε τον όρκο σιωπής χωρίς ποτέ να τον εκφράσει ρητά.

Το ξέρω, σκέφτηκε εκείνος, κι ένευσε καταφατικά. Ελάχιστα. Για να μη φανεί. Τα χρειάζεσαι τα χρήματα.

Κάποιο πολύ ζεστό απριλιάτικο Σαββατοκύριακο ένα κύμα αυτολύπησης τον είχε ρίξει στην ιδιωτική ζωή της Λίντια.

Ο μοναδικός του φίλος τον είχε συμβουλέψει να βγει από τα συνηθισμένα σχήματα της καθημερινότητας, αν ήθελε να αφήσει για πάντα πίσω του το παρελθόν. Έπρεπε να κάνει κάτι πρωτόφαντο στη ζωή του. Έτσι, μετά από τρία ποτήρια είχαν πάει σ’ εκείνο το νάιτ κλαμπ. Δεν ήταν τίποτα το φοβερό. Επρόκειτο για ένα αθώο και βαρετό θέαμα, με εξαίρεση το γεγονός ότι οι κοπέλες χόρευαν γυμνόστηθες, ενώ οι κινήσεις τους δεν ήταν περισσότερο προκλητικές από εκείνες της πλειονότητας των εφήβων σε οποιοδήποτε μπαράκι. Και, απ’ όσο είχε μπορέσει να δει, δεν υπήρχε ούτε καν πριβέ αίθουσα.

Κι όμως, είχε αισθανθεί πολύ γέρος και μόνος όταν βρέθηκε ξαφνικά μπροστά στη Λίντια, που κρατούσε τον κατάλογο των ποτών. Δεν φορούσε ψηλόλαιμο πουλόβερ και στέκα στα μαλλιά, παρά μονάχα μια μαθητική φούστα. Τίποτε άλλο.

Είχε πληρώσει ένα κοκτέιλ που δεν ήπιε, και είχε αφήσει στα κρύα του λουτρού το φίλο του. Στο επόμενο μάθημα ένιωσε ικανοποίηση που ξανάδε τη Λίντια να κάθεται στην πρώτη σειρά. Δεν είχαν κάνει τον παραμικρό υπαινιγμό για εκείνο το επεισόδιο και ήταν βέβαιος ότι ο Πάτρικ δεν ήξερε τίποτα για την έξτρα δουλίτσα της κοπέλας του. Παρόλο που είχε το ύφος κάποιου που σε μαγαζιά αυτού του είδους γνωρίζει τους μπάρμεν με το μικρό τους όνομα, δεν έδινε την εντύπωση ότι ήταν τόσο ανεκτικός ώστε να επιτρέψει σ’ έναν τρίτο να μπει στη σχέση του.

Η Λίντια ξεφύσησε απαλά και υπέγραψε το έγγραφο που απήλλασσε το πανεπιστήμιο από κάθε ευθύνη σε περίπτωση ατυχήματος.

«Τι μπορεί να συμβεί;» σχολίασε καθώς υπέγραφε. Ο καθηγητής καθάρισε τη φωνή του, μα δεν είπε τίποτα. Ήλεγξε τις δυο υπογραφές και κοίταξε το ρολόι του.

«Καλώς, είμαστε έτοιμοι».

Χαμογέλασε, αν και δεν είχε τη διάθεση.

«Αρχίζει το πείραμα. Ανοίξτε τον ιατρικό φάκελο στη σελίδα 6, παρακαλώ».