31 OKTΩBPIOY 2005

 

 

 

 

 

Πρόλογος

 

 

Ο Τρίγκβι, φύλακας του κτιρίου, κοίταξε ανήσυχα τριγύρω. Τι να είχε συμβεί; Το τερέτισμα των καθαριστριών κουβαλούσε μαζί του κι έναν παράξενο ήχο, στην αρχή πνιγμένο από τους θορύβους, αλλά σιγά-σιγά ολοένα και πιο ξεκάθαρο. Έκανε νόημα στις γυναίκες να σωπάσουν και τέντωσε τα αυτιά του. Οι καθαρίστριες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και δύο από αυτές σταυροκοπήθηκαν. Ο φύλακας άφησε κάτω το φλιτζάνι του καφέ και κατευθύνθηκε προς τους διαδρόμους.

Ο Τρίγκβι είχε απολαύσει το σύντομο διάστημα της ηρεμίας που προηγήθηκε της άφιξης των γυναικών, περιμένοντας καρτερικά το πρώτο φως της αυγής καθισμένος δίπλα στην καφετιέρα. Ως φύλακας και υπεύθυνος καθαριότητας του Ινστιτούτου Άρνι Μαγκνούσον, που φιλοξενούσε και τα γραφεία της Σχολής Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Ισλανδίας, είχε ζήσει για περισσότερο από τριάντα χρόνια τις βαθιές κοινωνικές αλλαγές κάθε περιόδου. Αρχικά όλες οι καθαρίστριες ήταν Ισλανδές και καταλάβαιναν κάθε λέξη που τους απηύθυνε. Τώρα πια, που όλες σχεδόν ήταν εξωκοινοτικές, αναγκαζόταν να επικοινωνεί μαζί τους με απλές και ξεκάθαρες χειρονομίες. Πριν το κτίριο γεμίσει από το διδακτικό προσωπικό και τους φοιτητές, είχε την αίσθηση ότι βρισκόταν κάπου στην Μπανγκόκ ή στη Μανίλα.

Μόλις είχε ετοιμαστεί ο καφές, ο Τρίγκβι, με την κούπα στο χέρι, πήγε προς το παράθυρο του έρημου ακόμη κτιρίου και άρχισε να χαζεύει το ντυμένο στα λευκά πανεπιστήμιο. Το πολικό ψύχος έκανε το μανδύα του χιονιού να φεγγοβολάει. Η σιωπή ήταν απόλυτη και το σύνολο δημιουργούσε την τέλεια ατμόσφαιρα για τις επερχόμενες γιορτές των Χριστουγέννων. Κάποια στιγμή ο Τρίγκβι είδε να φτάνει ένα αυτοκίνητο στο πάρκινγκ από κάτω. Αντίο στο χριστουγεννιάτικο πνεύμα σκέφτηκε. Είχε ακολουθήσει με το βλέμμα του τον οδηγό να κατεβαίνει, να κλείνει την πόρτα και να κατευθύνεται προς το κτίριο. Αναγκάστηκε να τραβήξει την κουρτίνα και να απομακρυνθεί από το παράθυρο.

Είχε ακούσει τη μακρινή ηχώ από το θόρυβο που προκάλεσε το άνοιγμα της κεντρικής εισόδου. Ο Γκούναρ Γκεστβίκ αποτελούσε τον εφιάλτη του. Αυτός μόνο, απ’ όλο το διδακτικό και διοικητικό προσωπικό, του όρθωνε προσκόμματα στη δουλειά του. Ο φύλακας δεν ανεχόταν την υπεροψία του και μπροστά του αισθανόταν πάντοτε άβολα. Στην αρχή της ακαδημαϊκής χρονιάς, ο Γκεστβίκ, καθηγητής της Ιστορίας, κατηγόρησε τις καθαρίστριες ότι του είχαν κλέψει ένα παλιό δακτυλογραφημένο άρθρο του για τους Ιρλανδούς ερημίτες της Ισλανδίας. Ευτυχώς που το άρθρο βρέθηκε και η υπόθεση έκλεισε. Από κείνη τη μέρα όμως, ο Τρίγκβι πρόσθεσε στο μίσος και την περιφρόνηση. Δεν μπορούσε να χωνέψει για ποιον αδιανόητο λόγο οι Ασιάτισσες εργάτριες θα ενδιαφέρονταν να του κλέψουν εκείνο το καταραμένο άρθρο για τους ερημίτες του Μεσαίωνα. Ο Τρίγκβι ο ίδιος δεν είχε το παραμικρό ενδιαφέρον για τα γραπτά του καθηγητή. Κατά τη γνώμη του δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ανίερες επιθέσεις εναντίον αθώων ανθρώπων, ανήμπορων να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους.

Όταν στη συνέχεια ο Γκούναρ εξελέγη Πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας, τα πράγματα έγιναν ακόμη πιο περίπλοκα. Δεν πρόλαβε καλά-καλά να αναλάβει το αξίωμά του και ο καθηγητής άρχισε να συζητάει αμέσως με το φύλακα για αναπόφευκτες και αναπόδραστες αλλαγές, όπως η παράλογη απαίτηση να επιβληθεί στο προσωπικό της καθαριότητας η απαγόρευση ομιλίας κατά τη διάρκεια του ωραρίου εργασίας. Ο Τρίγκβι είχε προσπαθήσει μάταια να πείσει εκείνο το παραφουσκωμένο μπαλόνι ότι η φλυαρία των καθαριστριών δεν ενοχλούσε καθόλου, αφού, σε τελική ανάλυση, κανένας δεν βρισκόταν στο κτίριο ενόσω εκείνες καθάριζαν. Με εξαίρεση τον Γκούναρ, βέβαια. Δεν μπορούσε να δώσει μια λογική εξήγηση γιατί ο συγκεκριμένος καθηγητής ένιωθε υποχρεωμένος να εμφανίζεται στη δουλειά κάθε πρωί, πριν ακόμη και τα λεωφορεία αρχίσουν τα δρομολόγια. Ήταν απίθανο να είχε τόση δουλειά να κάνει, λες κι ο κόσμος όλος περίμενε με κομμένη την ανάσα τις τελευταίες ειδήσεις για τους Ιρλανδούς ερημίτες. Ο Τρίγκβι αγνόησε την οδηγία περί σιωπηρής εργασίας που είχε εκδώσει ο Γκούναρ για τις καθαρίστριες και για τον πρόσθετο λόγο ότι, εκτός από το ότι δεν ήξερε πώς να την επιβάλει, δεν είχε καμία διάθεση να συμμορφωθεί. Παρά τις σποραδικές δυσκολίες στη μεταξύ τους συνεννόηση και την ψύχρανση που ακολουθούσε, ο Τρίγκβι είχε μάθει να εκτιμάει τη χαρά που έπαιρναν από τη ζωή τους αυτές οι μπριόζικες και φίλεργες γυναίκες.

Εκείνο το πρωινό η συμπεριφορά τους δεν διέφερε από το συνηθισμένο. Είχαν πάει στη μικρή αίθουσα που χρησίμευε ως καφετέρια της σχολής και χαιρέτησαν εν χορώ το φύλακα με την έντονα ξενική προφορά τους, που συνοδευόταν, ως συνήθως, από μορφασμούς και χαχανίσματα. Ο Τρίγκβι δεν μπόρεσε να κάνει τίποτε άλλο από το να χαμογελάσει, όπως πάντα. Στη συνέχεια οι γυναίκες έβγαλαν ένα-ένα τα πανωφόρια τους κάτω από το αδιάφορο αλλά άγρυπνο βλέμμα του φύλακα. Ήταν μια πολύ συνηθισμένη μέρα, που όμως θα έπαιρνε μια καινούργια και απρόβλεπτη τροπή.

Ο Τρίγκβι άνοιξε με δυσκολία δρόμο ανάμεσα στην παρεούλα των γυναικών, που είχαν στριμωχτεί μπροστά από την πόρτα που άνοιγε στο διάδρομο. Αφουγκράστηκε τον ήχο να μεταλλάσσεται από στεναγμός σε απελπισμένη κραυγή, αλλά δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν έβγαινε από άντρα ή από γυναίκα· δεν μπορούσε καν να καταλάβει αν ήταν ανθρώπινη. Ίσως να είχε μπει στο κτίριο κάποιο παράξενο αγρίμι και τώρα βρισκόταν τραυματισμένο ή παγιδευμένο. Δεν είχε το χρόνο ούτε να ολοκληρώσει αυτές τις σκέψεις, αφού στη διαπεραστική κραυγή προστέθηκε μια φοβερή πλαταγή, σαν κάτι να έπεφτε ή να συντριβόταν. Ο φύλακας τάχυνε ακόμη περισσότερο το βήμα του προκειμένου να φτάσει στο διάδρομο. Ο θόρυβος φαινόταν να προέρχεται από τον πάνω όροφο κι έτσι πήγε βιαστικά προς τη σκάλα και πήρε να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια δύο-δύο. Οι γυναίκες τον ακολούθησαν όλες μαζί και άρχισαν να θρηνούν.

Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία ότι η κραυγή έβγαινε από τα γραφεία. Ο Τρίγκβι τάχυνε ακόμη περισσότερο το βήμα του, με τις γυναίκες να εξακολουθούν να τον ακολουθούν ξέπνοες. Άνοιξε με βία τις πόρτες ασφαλείας που οδηγούσαν στο αντικρινό κεφαλόσκαλο και σταμάτησε τόσο απότομα, που οι γυναίκες έπεσαν η μια πάνω στην άλλη πίσω του. Ο Τρίγκβι κάρφωσε τα μάτια του στο θέαμα που εμφανίστηκε μπροστά του.

Το βλέμμα του φύλακα δεν υπνωτίστηκε ούτε από τη βιβλιοθήκη που είχε πέσει στο πάτωμα ούτε από τον πρόεδρο του Τμήματος, ο οποίος κειτόταν κουλουριασμένος πάνω από το σωρό με τα βιβλία που είχαν γεμίσει το διάδρομο. Μπροστά του βρισκόταν το πτώμα ενός ανθρώπου σε ύπτια θέση, μισό μέσα στο δωμάτιο του φωτοτυπικού, μισό έξω. Ο Τρίγκβι ένιωσε το στομάχι του να γυρίζει. Τι διάβολο γύρευαν αυτά τα κομμάτια από ύφασμα πάνω στα μάτια; Από την άλλη έμοιαζε να είχαν ζωγραφίσει κάτι πάνω στο θώρακα. Και η γλώσσα του, πώς είχε καταντήσει έτσι;

Οι γυναίκες προσπαθούσαν να τεντώσουν το λαιμό τους πάνω από τις πλάτες του Τρίγκβι και του τραβολογούσαν δυνατά το πουκάμισο. Εκείνος προσπάθησε μάταια να απελευθερωθεί από τον κλοιό τους, ενώ ο Γκούναρ του έτεινε απελπισμένα ένα χέρι, ζητώντας βοήθεια. Ο καθηγητής ήταν τελείως εκτός εαυτού από τον τρόμο και, γκρίζος στο πρόσωπο, κρατούσε το άλλο χέρι σφιχτά πάνω στην καρδιά. Μετά από λίγο έπεσε στο πλευρό του. Ο Τρίγκβι κατανίκησε την επιθυμία του να πάρει τις γυναίκες και να φύγει αφήνοντάς τον εκεί αβοήθητο. Έκανε, λοιπόν, ένα βήμα μπροστά, ελευθερώθηκε από το πιάσιμό τους και πλησίασε ακόμη περισσότερο τον Γκούναρ, ο οποίος πιθανότατα προσπαθούσε να του πει κάτι.

Ελάχιστα κατάλαβε από τους ασύνδετους ρόγχους που έβγαιναν από το στόμα του δύστυχου άντρα, εκτός από το ότι το πτώμα –και δεν μπορούσε να είναι κάτι άλλο από πτώμα, με την εμφάνισή του– είχε καταπλακώσει τον Γκούναρ τη στιγμή που εκείνος άνοιγε την πόρτα του μικρού δωματίου. Τα μάτια του Τρίγκβι έπεσαν ενστικτωδώς πάνω στα παγωμένα ανθρώπινα απομεινάρια που κείτονταν μπροστά του.

Θεέ μου! Οι λωρίδες από μαύρο ύφασμα πάνω στα μάτια του πτώματος δεν ήταν σε καμιά περίπτωση κουρέλια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

6 ΔEKEMBPIOY 2005

 

 

 

 

 

1

 

 

 

Η Ζόρα Γκουδμουντσντότιρ τίναξε βιαστικά τα δημητριακά από το παντελόνι της και φτιάχτηκε στα γρήγορα πριν να μπει στο δικηγορικό γραφείο. Δεν τα είχε πάει άσχημα. Η πρωινή μάχη, να φτάσουν έγκαιρα στο σχολείο η εξάχρονη κόρη κι ο δεκατετράχρονος γιος της, είχε κερδηθεί ξανά. Αυτή τη φορά η μικρή είχε πάρει την ξαφνική απόφαση να μη φορέσει το ροζ φόρεμα, κάτι που δεν θα δημιουργούσε κανένα πρόβλημα αν η γκαρνταρόμπα της δεν αποτελούνταν σχεδόν στο σύνολό της από ρούχα σε αυτό το συγκεκριμένο χρώμα. Ο γιος της πάλι θα ήταν απολύτως ευχαριστημένος με την ιδέα να φορέσει τα ίδια ρούχα που είχε ταλαιπωρήσει ολόκληρη τη χρονιά, με την προϋπόθεση να έχουν σταμπαρισμένη πάνω τους μια νεκροκεφαλή. Η δυσκολότερη μητρική αποστολή ήταν το πρωινό ξύπνημα. Φυσικά, δεν ήταν το ευκολότερο πράγμα να μεγαλώνει μόνη της δύο παιδιά, το ίδιο δύσκολο όμως ήταν γι’ αυτήν και πριν το διαζύγιο. Η μοναδική διαφορά με την εποχή εκείνη ήταν ότι, εκτός από την κούραση του πρωινού είχε να αντιμετωπίσει και τους καβγάδες με το σύζυγό της. Η σκέψη ότι η περίοδος εκείνη είχε πλέον κλείσει οριστικά, της έφτιαξε τη διάθεση. Ένα απαλό χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη της τη στιγμή που άνοιξε την πόρτα.

«Καλημέρα», είπε με ευθυμία που δύσκολα κρυβόταν.

Η γραμματέας της δεν απάντησε στο χαιρετισμό, έμεινε με το βλέμμα καρφωμένο στην οθόνη του υπολογιστή και συνέχισε να κουνάει το ποντίκι. Πάντα το ίδιο αλέγρα! Από μέσα της καταράστηκε για μια ακόμη φορά τη δυσάρεστη ατμόσφαιρα που δημιουργούσε η υπάλληλός της κάθε μέρα. Δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι και το ίδιο το νομικό γραφείο υφίστατο σημαντικές αρνητικές συνέπειες, αφού όλοι οι πελάτες διαμαρτύρονταν για την κοπέλα, η οποία δεν ήταν μόνο κακότροπη, αλλά και ελάχιστα ελκυστική. Δεν ήταν κοντή, κάθε άλλο, το ύψος της ήταν πάνω από το κανονικό, αλλά είχε μια όψη εντελώς ασουλούπωτη. Και σαν να μην έφτανε αυτό, οι γονείς της την είχαν βαφτίσει, ίσως από καθαρή αστοχία και μόνο, με το εξωπραγματικό για την περίπτωση όνομα Μπέλα. Θα ήταν ευχής έργο να ξεκουμπιζόταν με τη θέλησή της! Ήταν ξεκάθαρο ότι δεν ένιωθε καθόλου ευτυχισμένη με τη θέση της σε αυτό το νομικό γραφείο και ότι σίγουρα θα ήθελε να αλλάξει ζωή, αν και η Ζόρα δεν μπορούσε να φανταστεί ποια δουλειά θα μπορούσε να ξυπνήσει το φιλότιμό της. Αλλά να την απολύσουν οι ίδιοι, αυτή κι ο συνεργάτης της, δεν μπορούσαν ούτε καν να το διανοηθούν.

Όταν η Ζόρα και ο Μπράγκι, ο πιο ηλικιωμένος και πιο έμπειρος συνεταίρος της, είχαν αποφασίσει να ανοίξουν μαζί το καινούργιο νομικό γραφείο, ήταν τόσο συνεπαρμένοι από το κτίριο της μελλοντικής τους επαγγελματικής έδρας, που αφέθηκαν να πειστούν από τον ιδιοκτήτη να συμπεριλάβουν στο ενοικιαστήριο συμβόλαιο τη ρήτρα περί μόνιμης απασχόλησης της κόρης του στη θέση της γραμματέως. Βέβαια, δεν μπορούσαν τότε να φανταστούν τις συνέπειες που αυτή η πράξη θα συνεπέφερε. Η κοπέλα είχε μια θαυμάσια συστατική επιστολή από το μεσιτικό γραφείο που ενοικίαζε προηγουμένως το χώρο. Η Ζόρα έφτασε στο σημείο να πιστέψει ότι οι προκάτοχοί τους θα πρέπει να μεταφέρθηκαν από αυτή την πανέμορφη γωνιά του κέντρου του Ρέικιαβικ, μόνο και μόνο για να απαλλαγούν από την καταραμένη γραμματέα. Θεωρούσε σίγουρο ότι εκείνοι οι τύποι θα εξακολουθούσαν να κρατάνε τα στομάχια τους από τα γέλια όταν θα σκέφτονταν τη συστατική επιστολή με την οποία τους είχαν εξαπατήσει. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι, αν μήνυαν το μεσιτικό γραφείο, θα μπορούσαν να πετύχουν την ακύρωση της ρήτρας, διότι αποτελούσε προϊόν ψευδούς σύστασης ή τουλάχιστον αβάσιμης, αλλά στην περίπτωση αυτή η ελάχιστη αξιοπιστία που το νομικό γραφείο είχε αποκτήσει με το χρόνο θα πήγαινε στα συντρίμμια. Ποιος θα απευθυνόταν πλέον σε δικηγόρους, οι οποίοι διακήρυσσαν εαυτούς ειδικούς σε θέματα συμβολαίων..., αλλά δεν ήξεραν πώς να συντάξουν τα δικά τους; Χωρίς να γίνεται λόγος για το γεγονός ότι, ακόμη κι αν ελευθερώνονταν από τούτη τη μέγαιρα, αυτό δεν θα σήμαινε ότι απ’ έξω θα περίμεναν ουρά οι κατάλληλες γραμματείς για να την αντικαταστήσουν.

«Τηλεφώνησε κάποιος», είπε μέσα στην γκρίνια η Μπέλα, κολλημένη στην οθόνη.

Η Ζόρα γύρισε το πρόσωπό της από τον καλόγηρο, όπου κρεμούσε το τζάκετ της. «Α, ναι;» απάντησε και ρώτησε με αδύναμη την ελπίδα στη φωνή της: «Μήπως έχεις ιδέα ποιος μπορεί να ήταν;»

«Όχι, μιλούσε γερμανικά, νομίζω. Δεν κατάλαβα λέξη».

«Μήπως κατά τύχη σου είπε αν θα ξανακαλέσει;»

«Δεν το ξέρω. Το έκλεισα. Άθελά μου».

«Αν κατά τύχη αυτό το άτομο ξανακαλέσει, παρόλο που εσύ του βρόντηξες το τηλέφωνο στη μούρη, θα σε πείραζε να μου περάσεις απευθείας τη γραμμή; Σπούδασα στη Γερμανία και καταλαβαίνω τα γερμανικά».

«Χμ», γρύλισε η Μπέλα, σηκώνοντας τους ώμους. «Μπορεί και να μην ήταν Γερμανός. Θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν Ρώσος. Κι έπειτα ήταν γυναίκα. Υποθέτω. Μπορεί και άντρας...»

«Μπέλα, όποιος κι αν τηλεφωνήσει, μια γυναίκα από τη Ρωσία ή ένας άντρας από τη Γερμανία, ή ακόμη κι από την Ελλάδα, θα με υποχρέωνες αν μου τον έδινες! Εντάξει;» Η Ζόρα δεν περίμενε την απάντηση (θα ήταν ανώφελο εξάλλου) και πήγε βιαστικά στο λιτό προσωπικό της γραφείο.

Κάθισε και άναψε τον υπολογιστή της. Πάνω στο τραπέζι της δεν επικρατούσε ο συνηθισμένος πανικός. Την προηγούμενη μέρα είχε αφιερώσει μια ολόκληρη ώρα για να αρχειοθετήσει τα έγγραφα που είχαν μαζευτεί τον τελευταίο μήνα. Έριξε στον κάδο ανακύκλωσης του υπολογιστή της όλες τις βρομιές και τα ανέκδοτα που της είχαν στείλει με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο φίλοι και γνωστοί. Απόμεναν συνολικά, τρία μηνύματα πελατών, ένα από τη φίλη της Λόφεϊ, με θέμα “Ας το ρίξουμε έξω το επόμενο Σάββατο”, και, τέλος, ένα από την τράπεζα. Διάβολε, προφανώς ο λογαριασμός της ήταν στο κόκκινο ή είχε ξεπεράσει το πιστωτικό όριο της κάρτας της. Η Ζόρα αποφάσισε δειλά να μην ανοίξει το μήνυμα.

Το τηλέφωνο χτύπησε.

«Νομικό γραφείο Ιστορικό Κέντρο. Ζόρα».

«Guten Tag, Frau Gudmundsdottir?»

«Guten Tag». Η Ζόρα έψαξε να βρει χαρτί και στυλό. Γερμανικά. Αμέσως της ήρθε στο νου ότι απευθυνόμενη σε μια γυναίκα έπρεπε να χρησιμοποιήσει την αντωνυμία Sie.

Η δικηγορίνα γούρλωσε τα μάτια της με την ελπίδα ότι τα γερμανικά που είχε μάθει σχεδόν τέλεια όταν έκανε το μεταπτυχιακό της στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βερολίνου, θα της έρχονταν και πάλι στο μυαλό, ώστε να μπορέσει να συνεχίσει τη συζήτηση. Πρόφερε τις λέξεις όσο πιο καθαρά μπορούσε. «Σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμη;»

«Είμαι η κυρία Αμέλια Γκούντλιμπ. Πήρα το όνομά σας από τον καθηγητή Άντερχαϊς».

«Ναι, υπήρξε ένας από τους καθηγητές μου στο Βερολίνο». Η Ζόρα συνειδητοποίησε ότι είχε μεν σχηματίσει τη φράση σωστά, αλλά η προφορά της είχε χάσει το γερμανικό ηχόχρωμα. Στην Ισλανδία δεν είχε πολλές ευκαιρίες να μιλήσει τα γερμανικά.

«Ακριβώς». Μετά από μια αμήχανη σιωπή, η γυναίκα συνέχισε: «Ο γιος μου δολοφονήθηκε κι εγώ με το σύζυγό μου θα θέλαμε τη βοήθειά σας».

Η Ζόρα άρχισε να σκέφτεται βιαστικά. Γκούντλιμπ; Γκούντλιμπ δεν ήταν το όνομα του γερμανού φοιτητή, το πτώμα του οποίου είχε βρεθεί στο πανεπιστήμιο;

«Εμπρός;» Η γυναίκα μάλλον φοβήθηκε ότι είχε πέσει η γραμμή.

Η Ζόρα απάντησε γρήγορα: «Ναι, συγγνώμη. Λέγατε για το γιο σας. Συνέβη εδώ, στην Ισλανδία;»

«Ναι».

«Νομίζω ότι έχω καταλάβει για ποια δολοφονία πρόκειται, αλλά ομολογώ ότι γνωρίζω ελάχιστα, κι αυτά από τις εφημερίδες. Είστε σίγουρη ότι απευθυνθήκατε στο κατάλληλο πρόσωπο;»

«Νομίζω πως ναι. Ξέρετε, δεν είμαστε ικανοποιημένοι από τις έρευνες της ισλανδικής αστυνομίας».

«Αλήθεια;» είπε η Ζόρα έκπληκτη. Ο δολοφόνος είχε συλληφθεί μέσα σε λιγότερο από τρεις μέρες από τη φριχτή δολοφονία. «Μα δεν μάθατε ότι έγινε μια σύλληψη;»

«Γνωρίζουμε πολύ καλά το γεγονός ότι κάποιος έχει ήδη συλληφθεί. Αλλά δεν είμαστε καθόλου πεπεισμένοι ότι πρόκειται για τον πραγματικό ένοχο».

«Γιατί;» ρώτησε δύσπιστη η Ζόρα.

«Έχουμε τους λόγους μας. Δεν μπορώ να σας πω περισσότερα». Η γυναίκα καθάρισε ευγενικά το λαιμό. «Θα θέλαμε κάποιος άλλος να αναλάβει την υπόθεση, κάποιος που να είναι ουδέτερος και να μιλάει γερμανικά». Επικράτησε σιωπή. «Πρέπει να καταλάβετε πόσο δύσκολα είναι όλα αυτά για μας». Και πάλι σιωπή. «Ο Χάραλντ ήταν γιος μας».

Η Ζόρα προσπάθησε να εκφράσει τη συμπάθειά της χαμηλώνοντας τη φωνή και μιλώντας πιο αργά. «Βέβαια, σας καταλαβαίνω πολύ καλά. Κι εγώ έχω ένα γιο. Μου είναι προφανώς αδύνατον να μπω στη θέση σας, να καταλάβω πώς αισθάνονται γονείς που βιώνουν αυτή την τραγωδία, αλλά σε κάθε περίπτωση θα ήθελα να σας εκφράσω τη βαθύτατη λύπη μου. Για να πω την αλήθεια, όμως, δεν είμαι σίγουρη ότι θα μπορούσα να σας φανώ χρήσιμη με κάποιον τρόπο».

«Σας ευχαριστώ για τα όμορφα λόγια σας». Η φωνή ήταν παγωμένη. «Ο καθηγητής Άντερχαϊς θεωρεί ότι είστε προικισμένη με το ταλέντο που ακριβώς ψάχνουμε. Μας ανέφερε τη σταθερότητά σας, την αποφασιστικότητά σας και τη μεγάλη ηθική σας δύναμη». Σιωπή. Η Ζόρα δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί τη λέξη “ξεροκέφαλη”, που ο καθηγητής προφανώς δεν είχε τολμήσει να χρησιμοποιήσει. Η γυναίκα συνέχισε: «Και κυρίως την κατανόησή σας. Ο καθηγητής είναι αγαπητός οικογενειακός φίλος και απολαμβάνει της εμπιστοσύνης μας. Θα μπορούσατε να αναλάβετε την υπόθεση; Θα σας ανταμείψουμε πλουσιοπάροχα», και η γυναίκα ανέφερε ένα νούμερο.

Επρόκειτο για ένα πολύ υψηλό ποσό, μεγαλύτερο από το διπλό της συνηθισμένης ωριαίας αποζημίωσης ενός δικηγόρου. Επιπλέον, η κυρία είχε προτείνει ένα μπόνους σε περίπτωση που η έρευνα οδηγούσε στη σύλληψη του πραγματικού ενόχου, αντί του ανθρώπου που κρατούνταν για την ώρα. Το μπόνους ήταν πιο υψηλό από το ετήσιο εισόδημα της Ζόρα. «Για ένα τέτοιο ποσό, τι περιμένετε από μένα; Εγώ δεν είμαι καν ιδιωτική ντετέκτιβ».

«Αναζητούμε κάποιον που θα έχει τη βούληση να ξανανοίξει την υπόθεση, να ερευνήσει από την αρχή όλες τις πτυχές της και να εκφέρει μια κρίση, πολύ καλά στοιχειοθετημένη, για τα συμπεράσματα της αστυνομίας». Η γυναίκα έκανε ακόμη μια παύση και ξαναπήρε να μιλάει. «Η αστυνομία αρνείται να μιλήσει μαζί μας. Κι αυτό μας εξοργίζει πολύ».

Ο γιος τους πέθανε κι αυτοί εξοργίζονται με τη συμπεριφορά της αστυνομίας; «Θέλω να το σκεφτώ. Μπορείτε να μου αφήσετε ένα τηλέφωνο στο οποίο θα μπορέσω να σας βρω;»

Η κυρία υπαγόρευσε τον αριθμό. «Σας παρακαλώ να πάρετε μια απόφαση μέχρι απόψε, αν είναι δυνατόν. Σε αντίθετη περίπτωση θα απευθυνθούμε σε άλλους».

«Μην ανησυχείτε. Θα σας ενημερώσω το συντομότερο».

«Κυρία Γκουδμουντσντότιρ, υπάρχει και κάτι άλλο».

«Ορίστε».

«Βάζουμε έναν όρο».

«Ποιος είναι;»

Η γυναίκα καθάρισε το λαιμό. «Θέλουμε να είμαστε πάντα οι πρώτοι που θα μαθαίνουμε ό,τι βρίσκετε. Τόσο τα σημαντικά πράγματα, όσο και τα ασήμαντα».

«Πριν περάσουμε στις λεπτομέρειες, ας περιμένουμε να δούμε αν μπορώ να σας φανώ χρήσιμη».

Μετά τους χαιρετισμούς του πρωτοκόλλου η Ζόρα έκλεισε. Τι ωραίο να ξεκινάει η μέρα με αυτόν τον τρόπο, χωρίς να μιλάει για την κατάσταση του τραπεζικού της λογαριασμού! Το τηλέφωνο ξαναχτύπησε και η Ζόρα σήκωσε το ακουστικό.

«Τηλεφωνώ από το συνεργείο. Ακούστε, το πρόβλημα είναι πιο σοβαρό απ’ ό,τι νομίζαμε».

«Έχει ελπίδες να δουλέψει;» αντιγύρισε η Ζόρα εκνευρισμένη. Το αυτοκίνητό της είχε την αυθάδεια να μην ξεκινάει την προηγούμενη μέρα, όταν επειγόταν να τελειώσει προσωπικές υποθέσεις της την ώρα του μεσημεριανού. Μετά από πολλές άκαρπες προσπάθειες, στο τέλος αναγκάστηκε να παραδοθεί και να το μεταφέρει με γερανό στο συνεργείο. Ο μηχανικός την είχε κοιτάξει με συμπάθεια και της είχε δανείσει ένα παλιό σαραβαλάκι για να κινείται μέχρι να γίνει η επισκευή. Δυστυχώς το εφεδρικό αυτοκίνητο ήταν γεμάτο με αυτοκόλλητα που ανέγραφαν τη φίρμα του συνεργείου, ενώ στο δάπεδο ήταν απιθωμένα κάθε λογής σκουπίδια. Η Ζόρα αναγκάστηκε να βολευτεί με το σαραβαλάκι αυτό, αφού δεν μπορούσε να τριγυρνάει με τα πόδια.

«Πολύ λίγες». Η φωνή ακούστηκε παγερή. «Θα σας κοστίσει πολλά». Ακολούθησε ένας μακρύς κατάλογος τεχνικών όρων, που για τη Ζόρα ήταν ακαταλαβίστικος. Σε αντίθεση με το ποσό που βρισκόταν στο τέλος του καταλόγου, το οποίο δεν έχρηζε περαιτέρω διευκρινήσεων.

«Χίλια ευχαριστώ. Φτιάξτε το αμέσως».

Η Ζόρα κατέβασε και πάλι το ακουστικό και κοίταξε το τηλέφωνο για κάμποσα λεπτά. Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, με τα ακόλουθα έξοδα: στολίδια και ψώνια, δώρα και ψώνια, γιορτές και ψώνια, οικογενειακές προσκλήσεις και ψώνια και, σαν να μην έφταναν όλα αυτά, κι άλλα ψώνια. Από την άλλη το νομικό γραφείο δεν είχε και τόσο πολλή δουλειά. Αν όμως αναλάμβανε αυτή την υπόθεση από τη Γερμανία, θα δούλευε πολύ καλά. Όσο για το οικονομικό, η μάλλον υπερβολική αμοιβή θα τακτοποιούσε κάθε εκκρεμότητα και θα της επέτρεπε ακόμη και διακοπές στο εξωτερικό με τα παιδιά της. Φαντάστηκε το κατάλληλο μέρος για ένα κοριτσάκι έξι χρόνων, για ένα αγοράκι δεκατεσσάρων και μια γυναίκα μόνη τριάντα έξι. Με τη γερμανική αμοιβή θα μπορούσε να πάρει μαζί της κι έναν εικοσιεξάχρονο, έτσι για να φέρει τα δύο φύλα σε ίση αναλογία. Δύο θηλυκά, δύο αρσενικά. Σήκωσε το ακουστικό.

Δεν απάντησε η κυρία Γκούντλιμπ, αλλά μια από τις υπηρέτριές της. Η Ζόρα ζήτησε την κυρία του σπιτιού και μετά από λίγο άκουσε ένα θόρυβο από βήματα που γινόταν όλο και πιο κοντινός· μάλλον ήταν βήματα πάνω σε κεραμικό δάπεδο. Μια παγερή φωνή ακούστηκε από την άλλη άκρη της γραμμής.

«Χαίρετε, κυρία Γκούντλιμπ. Είμαι η Ζόρα Γκουδμουντσντότιρ από την Ισλανδία».

«Μάλιστα». Μετά από μια στιγμιαία σιωπή, έγινε προφανές ότι η γυναίκα προς το παρόν δεν επιθυμούσε να πει κάτι περισσότερο.

«Αποφάσισα να σας προσφέρω τις υπηρεσίες μου».

«Καλώς».

«Πότε θέλετε να αρχίσω;»

«Αμέσως. Έκλεισα τραπέζι σ’ ένα εστιατόριο, ώστε να μπορέσετε να συναντήσετε τον κύριο Μάθιου Ράιχ και να συζητήσετε μαζί του όλες τις πλευρές της υπόθεσης. Είναι ένας υπάλληλος του συζύγου μου, που αυτή τη στιγμή βρίσκεται στην Ισλανδία και διαθέτει εμπειρία σε έρευνες, κάτι που λείπει από εσάς. Θα σας πληροφορήσει για όλες τις εμπλοκές της υπόθεσης».

Ο επιτιμητικός τόνος με τον οποίο είχε προφέρει τη λέξη “λείπει” ήταν ανάλογος με αυτόν που θα χρησιμοποιούσε αν η Ζόρα εμφανιζόταν μεθυσμένη στα γενέθλια ενός μωρού. Δεν έχασε όμως την ψυχραιμία της.

«Μάλιστα, καταλαβαίνω. Θα ήθελα όμως να τονίσω και πάλι ότι δεν είμαι καθόλου σίγουρη πως θα μπορούσα να σας βοηθήσω».

«Αυτό θα το δούμε. Ο Μάθιου θα σας παρουσιάσει το συμφωνητικό που είναι ήδη έτοιμο και απομένει απλά να υπογραφεί. Διαβάστε το αρκετά καλά, με την ησυχία σας».

Σ’ αυτό το σημείο η Ζόρα θα ήθελε να στείλει στο διάβολο την ευγενική κυρία. Δεν μπορούσε να ανεχτεί την αλαζονεία και την απρέπεια! Ξανασκέφτηκε όμως τον εαυτό της, τα παιδιά της και τον εικοσιεξάχρονο, όλοι μαζί να κάνουν διακοπές δίπλα στη θάλασσα, κατάπιε την περηφάνια και ψέλλισε μια συγκατάβαση.

«Λοιπόν, να είστε στο ξενοδοχείο Μποργκ ακριβώς στις δώδεκα. Ο Μάθιου θα σας πει όλα όσα δεν δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες, δεδομένου ότι κάποιες λεπτομέρειες της υπόθεσης δεν ήταν δημοσιεύσιμες».

Στο άκουσμα αυτών των λέξεων μια ανατριχίλα διέτρεξε τη ράχη τής Ζόρα. Ήταν λόγια που ειπώθηκαν με φωνή σκληρή και χωρίς συναισθηματισμό, και την ίδια στιγμή σπασμένη από τον πόνο. Ήταν η φωνή κάποιου που βίωνε μια μεγάλη απώλεια. Η Ζόρα έμεινε σιωπηλή.

«Λοιπόν, εξηγηθήκαμε; Ξέρετε το ξενοδοχείο;»

Η Ζόρα μόλις που κρατήθηκε να ξεσπάσει σε γέλια. Την είχε ρωτήσει αν ήξερε το πιο διάσημο ξενοδοχείο της Ισλανδίας, έναν πραγματικό θεσμό! «Ναι, νομίζω πως το ξέρω. Και πιστεύω ότι θα βρίσκομαι εκεί στην ώρα μου». Παρόλο που προσπαθούσε να παίξει την αδιάφορη για να θεραπεύσει την πληγωμένη περηφάνια της, ήξερε ότι θα βρισκόταν στο ξενοδοχείο στις δώδεκα ακριβώς.