Πρόλογος

 

 

 

Η ιδέα του θανάτου τη γοήτευε. Τούτη τη στιγμή, όμως, μόλο που οι συνθήκες την ευνοούσαν να τον αγγίξει, δεν τον ποθούσε διόλου.

Κλονίστηκε καθώς διαπίστωνε πόσο σύντομη και μάταιη είναι η ζωή. Ο πατέρας της υπήρξε ο πυλώνας της μικρής τους οικογένειας. Ωστόσο, ένα μήνα μετά το θάνατό του, δυσκολευόταν να φέρει τη μορφή του στη μνήμη της. Και να σκεφτεί κανείς ότι εκείνη ήταν η πιο στενή συγγενής του. Πόσο γρηγορότερα άραγε θα τον είχαν ξεχάσει οι άλλοι; Από τότε που ο πατέρας της είχε φύγει απ’ αυτόν τον κόσμο και είχε αφήσει μόνες την ίδια και την αδελφή της, κανείς δεν τον σκεφτόταν πια. Λες και δεν είχε πατήσει ποτέ το πόδι του σ’ αυτή τη γη. Μόνο όταν η μοίρα χτύπησε τη δική της πόρτα συνειδητοποίησε ότι το παρελθόν της δεν θα ερχόταν ποτέ στο φως. Ότι δεν θα κατάφερνε ποτέ να ξεκαθαρίσει τα πράγματα. Ότι κανείς δεν θα μπορούσε να ρίξει φως στα περασμένα. Αισθάνθηκε μια σκοτοδίνη, κατάφερε όμως να διατηρήσει τις αισθήσεις της.

Αν μπορούσε τουλάχιστο να σκεφτεί καθαρά και δεν ένιωθε τόσο εξαντλημένη, ίσως κατάφερνε, αν μη τι άλλο, να αντιδράσει κάπως, αντί να κείτεται εκεί ξαπλωμένη, έρμαιο των καταστάσεων. Ήξερε ότι της είχαν δώσει φάρμακα. Αυτό εξηγούσε τη ζάλη της. Πάνω στο κομοδίνο βρισκόταν ένα κουτάκι με χάπια· σίγουρα δεν το είχε τοποθετήσει η ίδια εκεί. Ήταν τα δυνατά αναλγητικά που της είχαν δώσει μετά την τελευταία επέμβαση. Το κουτάκι είχε μείνει για μήνες άθιχτο μέσα στο ντουλαπάκι του φαρμακείου. Ήταν αδύνατο να το έχει βγάλει η ίδια και να έχει καταπιεί από μόνη της υπερβολική δόση. Ίσως της είχαν ρίξει το φάρμακο στο φαγητό. Γνώριζε τη γεύση των χαπιών. Το κρασί αποκλείεται να την είχε σκεπάσει. Αυτή η αηδιαστική γεύση στο στόμα της, μετά τον εμετό, δεν προερχόταν από το αλκοόλ. Ένιωσε ξανά να πνίγεται κι έκλεισε τα μάτια, παρόλο που φοβόταν ότι δεν θα κατάφερνε να τα ξανανοίξει. Κάτι βαρύ έπεσε πάνω της. Ένιωσε την ανάσα της να κόβεται και άνοιξε ενστικτωδώς διάπλατα τα μάτια της. Την επόμενη στιγμή ένα παγωμένο χέρι άγγιξε τα βλέφαρά της.

Η καρδιά της χτύπησε γρήγορα. Ένα άλλο χέρι πίεσε το στόμα της να ανοίξει και δάχτυλα τρύπωσαν μέσα ψαχουλεύοντας. Αβοήθητη, κλότσησε στον αέρα. Ένιωσε να τραβούν έξω τη γλώσσα της και ύστερα ένα διαπεραστικό πόνο. Μια αίσθηση καψίματος, σαν από ένεση, άρχισε να διαχέεται στη γλώσσα της και στη συνέχεια αντιλήφθηκε ένα χέρι να πιέζει τη μύτη της.

Οι σκέψεις της γίνονταν όλο και πιο θολές. Μήπως βρισκόταν στο νοσοκομείο με κάποιον γιατρό; Δεν μπορούσε να δει ούτε να μυρίσει τίποτα. Κάποιος της ψιθύρισε σιγανά στ’ αυτί: Θα τελειώσει γρήγορα. Χαλάρωσε! Γιατρός ήταν ή κάποια νοσοκόμα; Με δυσκολία προσπάθησε να θυμηθεί ποιος ήταν μαζί της. Τον ήξερε, αλλά της ήταν αδύνατο να θυμηθεί το όνομα ή το πρόσωπό του. Δεν είχε καν ιδέα σε ποιο χώρο βρισκόταν ή πόση ώρα είχε περάσει. Ήταν πρωί ή βράδυ; Είχαν πράγματι συμβεί όλα αυτά; Της ελευθέρωσαν τη μύτη και της άνοιξαν ξανά το στόμα. Δάχτυλα πίεσαν τη γλώσσα της, που την αισθανόταν παράξενη. Προσπάθησε να κινηθεί, αλλά δεν τα κατάφερε. Μήπως είχε πάθει εγκεφαλικό; Ξαφνικά τα δάχτυλα πίεσαν τη γλώσσα της δυνατά μέσα στο φάρυγγα. Όσο και να προσπαθούσε να αντιδράσει, η γλώσσα της δεν υπάκουε. Κάποιος καθόταν πάνω της και πίεζε με τα γόνατά του δυνατά τα χέρια της πάνω στο στρώμα.

Υπόκωφες βρισιές ήχησαν στο κεφάλι της σαν μέσα σε τούνελ. Προσπάθησε να μιλήσει· από το λάρυγγά της όμως βγήκε μόνο ένα βογκητό. Κι όταν της πίεσαν πιο δυνατά τη γλώσσα μέσα στο φάρυγγα έβγαλε ένα ρόγχο. Γούρλωσε τα μάτια της και κοίταξε το γνώριμο ταβάνι του δωματίου.

Τα δάχτυλα απομακρύνθηκαν από πάνω της και η πίεση στο στομάχι και στα χέρια της υποχώρησε. Δεν ανακουφίστηκε καθόλου. Έκανε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να αναπνεύσει. Πανικοβλημένη, προσπάθησε να σκεφτεί καθαρά. Η γλώσσα της ήταν σφηνωμένη στο φάρυγγα και δεν κουνιόταν. Τα πόδια της χτύπαγαν σπασμωδικά πάνω στο στρώμα. Καθώς τα χέρια της ανέβηκαν ψηλαφιστά στο λαιμό και το στόμα, τα νύχια της ξέσχισαν το απαλό λείο δέρμα.

Ύστερα όλα σκοτείνιασαν κι έφυγε όπως ο πατέρας της. Οι κραυγές που τόσο απελπισμένα είχαν προσπαθήσει να βγουν από το στόμα της βουβάθηκαν. Το κεφάλι της έγειρε αργά στο πλάι, ώσπου έμεινε ακίνητο, με μάτια κενά, μέσα σε μια λιμνούλα από αίμα. Για μια στιγμή επικράτησε σιωπή. Ύστερα, το cd-player πάνω στο κομοδίνο άρχισε να παίζει και ο χώρος γέμισε μουσική.

Λίγο αργότερα ο επισκέπτης έκλεισε διακριτικά πίσω του την πόρτα του υπνοδωματίου.

 

 

 

 

 

 

 

 

1

 

 

 

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2007

 

 

«Δεν νομίζω ότι το κίνητρο του Μάρκους ήταν να ταχτοποιήσει το υπόγειο! Απορώ με την επιμονή του να κατέβει πρώτος. Εκεί κάτω δεν υπάρχει παρά μόνο σαβούρα».

Η Θόρα Γκουδμουντσντότιρ χαμογέλασε ευγενικά στον αρχαιολόγο Χιέρτουρ Φρίδρικσον, που στεκόταν σιωπηλός δίπλα της. Τα πράγματα είχαν αρχίσει όντως να ξεφεύγουν από τη λογική. Η Θόρα αισθανόταν όλο και πιο δυσάρεστα. Μυρωδιά καπνού και στάχτη ερέθιζαν τους βλεννογόνους της και φοβόταν ότι η σκεπή μπορούσε ανά πάσα στιγμή να καταρρεύσει. Κοίταξε νευρικά το ρολόι της. Από το υπόγειο ακούστηκε ένας υπόκωφος κρότος. Μα τι έκανε αυτός ο άνθρωπος εκεί κάτω; Ο Μάρκους είχε ισχυριστεί ότι θα του έπαιρνε μόνο μια στιγμή, αλλά είχε περάσει αρκετή ώρα. «Θα έρθει σίγουρα όπου να ’ναι», σχολίασε η Θόρα, χωρίς να το πιστεύει, και περιεργάστηκε τη χαλασμένη πόρτα του υπογείου. Ύστερα έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα στο ταβάνι, έτοιμη να το βάλει στα πόδια.

«Μην ανησυχείς». Ο Χιέρτουρ έδειξε προς τα πάνω. «Αν η στέγη δεν άντεχε, θα είχε πέσει προ πολλού». Αναστέναξε και πέρασε το χέρι του πάνω από το αξύριστο πιγούνι του. «Έχεις καμιά ιδέα τι κάνει εκεί κάτω;»

Η Θόρα ένευσε αρνητικά. Δεν ήθελε να κάνει υποθέσεις για τις προθέσεις του πελάτη της μπροστά σε τρίτο πρόσωπο.

«Κάτι θα πρέπει να σου είπε. Έχουμε σπάσει το κεφάλι μας. Νομίζω ότι έχει να κάνει με πορνογραφικό υλικό. Και οι άλλοι το ίδιο πιστεύουν».

Η Θόρα ανασήκωσε τους ώμους της. Αυτό το είχε σκεφτεί και η ίδια, αλλά δεν μπορούσε να φανταστεί τι μπορεί να ήταν τόσο ακανθώδες που δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να πέσει στα χέρια αγνώστων. Θεωρούσε απίθανο να επρόκειτο για κάποια ταινία μικρού μήκους με ερωτικές σκηνές όπου συμμετείχαν οι κύριοι του σπιτιού. Στη δεκαετία του ΄70 σχεδόν κανείς δεν είχε βιντεοκάμερα. Εκτός αυτού, μια ταινία δεν θα είχε μείνει ανέπαφη απ’ αυτή την καταστροφή. Άλλωστε, ο Μάρκους Μάγκνουσον ήταν μόλις δεκαπέντε χρόνων όταν το σπίτι θάφτηκε κάτω από τη λάβα και τη στάχτη. Παρόλα αυτά θα πρέπει να υπήρχε κάποιος σοβαρός λόγος που τον ώθησε να κατέβει πρώτος στο υπόγειο. Η Θόρα αναστέναξε. Γιατί έμπλεκε συνέχεια με τρελούς; Δεν γνώριζε κανέναν άλλο δικηγόρο που να αναλάμβανε τόσο αλλόκοτες υποθέσεις και τόσο παλαβούς πελάτες. Θα ρωτούσε τον Μάρκους –αν εμφανιζόταν ποτέ ξανά από το υπόγειο– για ποιο λόγο επέλεξε το δικό της μικρό δικηγορικό γραφείο, όταν αποφάσισε να ζητήσει δικαστική απαγόρευση για τις ανασκαφές. Έχωσε τη μύτη της στο λαιμό του ζιβάγκο της και προσπάθησε να αναπνεύσει μέσα από το ύφασμα. Ένιωσε κάπως καλύτερα. Ο Χιέρτουρ χαμογέλασε.

«Πίστεψέ με, το συνηθίζεις κάποια στιγμή. Σου παίρνει βέβαια κάμποσες μέρες».

Η Θόρα ένευσε με τα μάτια. «Ελπίζω να μην αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα εκεί κάτω», μουρμούρισε μέσα από το πουλόβερ της. Μετά κατέβασε το ύφασμα και χαμογέλασε στον Χιέρτουρ. Του χρωστούσε ευγνωμοσύνη που όλα είχαν κυλήσει τόσο εύκολα μέχρι τώρα και είχε γλιτώσει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων – αν και ήταν μάλλον αμφίβολο ότι θα γινόταν δεκτή, αφού ο Μάρκους και η οικογένειά του δεν είχαν πλέον αξιώσεις πάνω στο σπίτι, που, μαζί με όλα τα κινητά αντικείμενα που περιείχε, είχε περάσει στην κυριότητα της πόλης Βεστμαναιιγιαρμπάιρ. Δεν είχε νόημα να συζητήσουν γι’ αυτό, παρόλο που ο Μάρκους είχε προσπαθήσει. Στην αρχή είχε τσακωθεί με τον Χιέρτουρ Φρίδρικσον, τον υπεύθυνο του προγράμματος Η Πομπηία του Βορρά, στο πλαίσιο του οποίου γίνονταν ανασκαφές σε διάφορα σπίτια, τα οποία είχαν σκεπαστεί από τη στάχτη κατά την έκρηξη του ηφαιστείου στο Χεϊμάεϋ το 1973. Η Θόρα είχε επικοινωνήσει πολλές φορές με τον αρχαιολόγο, τηλεφωνικά και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, και τον συμπαθούσε. Αν και κάπως αργός, ήταν συνεργάσιμος και δεν είχε ταραχτεί καμία από τις φορές που ο Μάρκους είχε συμπεριφερθεί απέναντί του με απαράδεκτο τρόπο. Ο πελάτης της είχε αρνηθεί να δώσει εξηγήσεις για ποιο λόγο δεν ήθελε να γίνουν ανασκαφές στο σπίτι όπου είχε μεγαλώσει, υποστηρίζοντας με ερειστικό τρόπο το απαραβίαστο της ιδιωτικής σφαίρας και περιπλέκοντας έτσι την υπόθεση. Κάποια στιγμή η Θόρα ρώτησε απελπισμένη πλέον τον Χιέρτουρ αν θα μπορούσε να παρακάμψει το συγκεκριμένο σπίτι· στο κάτω κάτω υπήρχαν πολλά εκεί τριγύρω. Αυτό δυστυχώς δεν γινόταν, γιατί το πατρικό του Μάρκους ήταν ένα από τα ελάχιστα σπίτια από μπετόν στην περιοχή και γι’ αυτό είχε διατηρηθεί σε καλύτερη κατάσταση μετά την καταστροφή.

Κατά τις προσπάθειές της να βρει τρόπο να σταματήσει τις ανασκαφές με ασφαλιστικά μέτρα, η Θόρα διαπίστωσε ότι ο Μάρκους ενδιαφερόταν μόνο για το υπόγειο. Έτσι ο Χιέρτουρ τους έκανε την πρόταση, μόλις ξέθαβαν το σπίτι και το αέριζαν, κατόπιν να επέτρεπαν στον Μάρκους να μπει πρώτος στο υπόγειο για να πάρει από εκεί ό,τι ήθελε.

Γι’ αυτό βρίσκονταν εκεί, ο αρχαιολόγος και η δικηγόρος, χαζεύοντας τη χαλασμένη πόρτα του υπογείου, ενώ ένα πάτωμα πιο κάτω ο άντρας –που το 1973 ήταν ακόμη έφηβος– πάλευε με κάποιο τρομερό μυστικό.

«Επιτέλους!» Η Θόρα άκουσε βήματα στη σκάλα του υπογείου.

«Ελπίζω να βρήκε ό,τι έψαχνε», είπε δισταχτικά ο Χιέρτουρ. «Κι αν ανέβει με άδεια χέρια;»

Η Θόρα κοίταξε προς την πόρτα.

Με αγωνία παρατήρησαν το πόμολο να κινείται. Η πόρτα όμως άνοιξε μόνο μια σχισμή. Κοιτάχτηκαν απορημένοι. «Μάρκους», ρώτησε ήρεμα η Θόρα, «συμβαίνει κάτι;»

«Μπορείς να έρθεις λίγο;» ακούστηκε πνιχτά η φωνή του πίσω από την πόρτα. Το άτονο φως ενός φακού χύθηκε ξαφνικά στο πάτωμα και σταμάτησε πάνω στα πόδια της Θόρα.

«Εγώ; Εγώ να έρθω εκεί κάτω;» Έριξε στον Χιέρτουρ ένα απορημένο βλέμμα.

«Ναι», απάντησε ο Μάρκους με πολύ παράξενο ύφος. «Χρειάζομαι την εκτίμησή σου».

«Την εκτίμησή μου;» επανέλαβε η Θόρα για να κερδίσει χρόνο.

«Ναι. Τη νομική».

«Μάρκους, μπορώ ανά πάσα στιγμή να σου κάνω μια εκτίμηση. Εμείς οι δικηγόροι όμως δεν συνηθίζουμε να βιώνουμε στο πετσί μας όλες τις υποθέσεις. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να τρυπώσω μαζί σου εκεί κάτω. Πες μου περί τίνος πρόκειται και θα σου συντάξω μια αξιολόγηση στο γραφείο μου».

«Πρέπει να έρθεις. Δεν χρειάζομαι έγγραφη αξιολόγηση, μου αρκεί μια προφορική». Σιώπησε για λίγο. «Σε παρακαλώ. Έλα λίγο κάτω». Η φωνή του Μάρκους δεν είχε ακουστεί ποτέ ξανά τόσο μειλίχια – δεν πρόδιδε τη συνηθισμένη του έπαρση και αλαζονεία.

Ο Χιέρτουρ δεν φάνηκε να ενθουσιάζεται με την ιδέα, αλλά της ένευσε θετικά. Η Θόρα δίσταζε. Δεν είχε καμία όρεξη για ακόμη περισσότερη σκοτεινιά και βρόμα, έπρεπε όμως να τελειώνει με αυτή την υπόθεση. «Καλά». Ο Χιέρτουρ τής έδωσε το φακό του. «Έρχομαι». Άνοιξε την πόρτα ίσα ίσα για να χωρέσει να περάσει. Ο Μάρκους στεκόταν πάνω στη σκάλα χλομός σαν πεθαμένος, ενώ το φως των φακών έδινε σε όλα μια απόκοσμη μορφή. Η Θόρα ξεροκατάπιε. Κάτω ήταν ακόμη πιο αποπνικτικά και σκονισμένα. «Τι θες να μου δείξεις; Βιάσου».

Ο Μάρκους κατέβηκε τα σκαλιά προς το σκοτάδι. Το φως του φακού του δεν κατάφερνε να φωτίσει αρκετά μέσα στη σκόνη και τη στάχτη και το κάτω μέρος της σκάλας δεν διακρινόταν. «Δεν ξέρω τι να πω». Ο Μάρκους έμοιαζε αφύσικα ήρεμος. «Πρέπει να με πιστέψεις ότι δεν ήρθα εδώ πέρα γι’ αυτό…  Θόρα, πρέπει οπωσδήποτε να σταματήσεις τις ανασκαφές και να ζητήσεις να σκεπαστεί το σπίτι και πάλι».

Η Θόρα φώτιζε τα βήματά της με το φακό. Δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να γλιστρήσει και να πέσει με τα μούτρα κάτω στο υπόγειο. «Βρήκες κάτι που αγνοούσες;»

«Ναι, θα μπορούσες να το πεις κι έτσι. Αν ήθελα να κρύψω κάτι τέτοιο, δεν θα επέτρεπα με τίποτα την ανασκαφή. Πρέπει να με πιστέψεις». Ο Μάρκους είχε φτάσει κάτω. «Νομίζω ότι τώρα είμαι στ’ αλήθεια άσχημα στριμωγμένος».

Η Θόρα κατέβηκε το τελευταίο σκαλί και στάθηκε δίπλα του. «Τι εννοείς;» ρώτησε και φώτισε γύρω το χώρο. Τα ελάχιστα που κατάφερε να διακρίνει έμοιαζαν απολύτως αθώα: ένα παλιό έλκηθρο, ένα στραβωμένο κλουβί για πουλιά, αμέτρητες κούτες κι ένα σωρό σαβούρα σκεπασμένη με κάπνα και στάχτη.

«Έλα μαζί μου». Ο Μάρκους την οδήγησε σ’ ένα παραβάν κι έστρεψε το φακό του στο πάτωμα.

Η Θόρα μισόκλεισε τα μάτια της, δεν διέκρινε όμως παρά τρία γκρίζα βουναλάκια στάχτης, τα οποία φώτισε με το φακό της. Πέρασε κάμποση ώρα μέχρι να αντιληφθεί τι ήταν αυτό που έβλεπε και ο φακός παραλίγο να της πέσει από το χέρι. «Θεέ μου». Ενστικτωδώς, έριξε το φως πάνω στα τρία πρόσωπα, στο ένα μετά το άλλο. Βαθουλωμένα μάγουλα, τρύπες στα μάτια, ορθάνοιχτα στόματα, σαν μούμιες. «Ποιοι είναι αυτοί;»

«Δεν έχω ιδέα!» είπε με απελπισία ο Μάρκους. «Έχει σημασία; Το σίγουρο είναι ότι έχουν πεθάνει εδώ και καιρό». Έκλεισε τη μύτη του, παρόλο που τα πτώματα δεν μύριζαν, έκανε μια γκριμάτσα αηδίας και απέστρεψε το βλέμμα του.

Η Θόρα αντίθετα δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από τους νεκρούς. Ο Μάρκους είχε απόλυτο δίκιο, η κατάσταση εξελισσόταν άκρως αρνητικά γι’ αυτόν. «Σε παρακαλώ, πες μου, αυτό που ήθελες να κρύψεις είναι αυτό εδώ;» ρώτησε, σπεύδοντας να συμπληρώσει: «Να σκεπαστεί το σπίτι σαν να μην έχει συμβεί τίποτα, ξέχασέ το!» Γιατί έπρεπε πάντα τα πράγματα να μπλέκονται; Γιατί να μην είχε ανέβει από το υπόγειο κρατώντας απλώς μια αγκαλιά σκονισμένες πορνοταινίες; Έστρεψε το φακό της πάνω στον Μάρκους. «Λέγε». Είχε κακό προαίσθημα. Αν έκρινε από την έκφρασή του, δεν επρόκειτο για κάτι ευχάριστο. «Δεν φαντάζομαι να είναι κάτι χειρότερο απ’ αυτό».

Ο Μάρκους έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα ξερόβηξε και φώτισε ένα σημείο ακριβώς δίπλα του. «Μπορώ να τα εξηγήσω όλα αυτά…», μουρμούρισε, κοιτάζοντας αλλού.

«Ωχ, αυτό είναι…» Ο φακός της Θόρα γλίστρησε από τα χέρια της.